Ἀρχεῖο γιὰ τὴν κατηγορία ‘Πολιτισμός’

Το έντυσες σαν βατραχάκι, σαν φραουλίτσα, σαν λαγουδάκι, σαν μπανανούλα, σκυλάκι, γατάκι, κοτούλα, γουρουνάκι,….

με πασουμάκια σαν αρκουδάκια, σας κουνελάκια, σαν σκιουράκια,…

και φορμούλες σαν σαλιγκαράκια, πουλάκια, αλογάκια,…

Αφού γέμισες το δωμάτιό του με τον Μίκυ, τον Ντόναλντ, τον Σκρούτζ, την Ντέπυ, την Μώλη, την Ντέζι, την Σίντυ, …

Του γέμισες τα μάτια με πάσης φύσεως κινούμενα σχέδια, ενώ του στέρησες τα αυτιά από τα παραμύθια του μπαμπά, της μαμάς, της γιαγιάς, του παππού…

Αφού του γέμισες τα όνειρα με βίντεο, καρτούν, γιατί βαριέσαι ή δεν ξέρεις (το πιθανότερον) κάποιο νανούρισμα με παραδοσιακή ελληνική μουσική (διότι ντρέπεσαι για την καταγωγή σου και την μουσική σου παράδοση, εάν επέτρεψες ποτέ στον εαυτό του να την γνωρίσει)…

Αφού το πήγες σε κομμωτήριο για παιδιά, να μην τρομάξει το «παιδί» από την θέα των ανθρώπων, πρέπει να βλέπει τον Μίκυ και στο κομμωτήριο, το κουρείον του πατρός μάς χαλάει το ίματζ.
Όχι, το παιδί δεν πρέπει να αποκτήσει πρότυπα, δεν θα πρέπει να θέλει να γίνει άνδρας/γυναίκα όταν θα μεγαλώσει, πρέπει να νομίζει ότι είναι κάποιος καρτουνο-χαρακτήρας.

Αφού του αγόρασες ότι κινέζικο παιχνίδι κυκλοφορεί, από το οποίο με το πάτημα ενός κουμπιού ακούγονται διάφοροι παράξενοι ήχοι, τους οποίους θα μάθει να αποκαλεί «μουσική».

Αγόρασε στο κατοικίδιο σου και μία λαμπάδα με περισσότερο βάρος σε στολίδια παρά σε κερί, εάν βεβαίως βαφτίσουμε «κερί» αυτό το πετρελαιώδες υλικό με το οποίο είναι φτιαγμένες οι περισσότερες (επικίνδυνες) λαμπάδες.

Διότι εάν δεν το έχεις καταλάβει, το παιδί σου δεν είναι πλέον άνθρωπος αλλά κατοικίδιο, αφού εσύ φρόντισες για αυτήν την μετατροπή-εκφυλισμό, την οποία βεβαίως είσαι ανίκανος/νη να καταλάβεις, διότι εάν την καταλάβαινες δεν θα έφτανες στα 25, τα 30, τα 50 για να ντύνεσαι και εσύ σαν καρτουνάνθρωπος.

Διότι και εσύ, με τα πράσινα παππούτσια, το κίτρινο παντελόνι, την ροζ ζώνη, το πιτσιλωτό (πουά) κόκκινο σακάκι, το γαλάζιο ριγέ πουκάμισο και την μουσταρδί γραβάτα,… , μην νομίζεις ότι ντύνεσαι σαν άνθρωπος. Την εικόνα των καρτούν αναπαράγεις διότι και εσύ εάν είσαι μέχρι 35 με αυτήν την εικόνα μεγάλωσες, άρα και εσύ καρτουνάνθρωπος είσαι γιαυτό και αναπαράγεις το γένος σου.

Γιαυτό πλέον, τα τελευταία χρόνια δεν κυκλοφορούν Αναστάσιμες λαμπάδες παιδικές μόνον για παιδιά αλλά και για «μεγάλους», έτσι ώστε να μετατραπεί ο προαύλιος χώρος έξω από την εκκλησία της ενορίας σου σε πασαρέλα της Ντίσνεϊλαντ.

Και το κυριότερον,
μην παραπονεθείς όταν θα δεις τον «γιόκα» σου να γίνεται μεσημεριανή τηλε-κουτσομπόλα,
ή τον ιδείς «να παρελαύνει με υπερηφάνεια».

Γιαυτό και στα λέω έτσι, χύμα και τσουβαλάτα όπως με έρχονται, διότι διαφορετικά μάλλον δεν θα καταλάβεις.

Advertisements

Άλλο ένα σύντομον ανέκδοτον για τους Γερμανούς, μετά το «Γερμανός χουβαρντάς».

Δικαίωμα των Γερμανών να βγάζουν με τα χέρια τους τα μάτια τους.
Αφού λοιπόν το νεωπόν (φρέσκον) γερμανικόν γάλα είναι ταυτόσημον με το ελληνικόν ξυνόγαλον, γιατί να μην είναι σαβούρες όλα τους τα προϊόντα;

Βλέπεις Γερμανικόν (Ολλανδικό, Βελγικό κλπ)…είναι κακόν.

Μήπως είναι η πρώτη των φορά;
Από τον βοράν δεν μάς ήρθαν οι τρελές αγελάδες; Τα μολυσμένα κρέατα; Τα κρέατα αλόγων;
Από εκεί δεν μάς ήλθαν τα κρεατάλευρα και ένα ακόμη κάρο αρρωστημένα εμπορεύματα;
Οι «άνθρωποι» είναι Υβριστές της φύσεως, δεν θα είναι η πρώτη φορά που θα μπερδέψουν την βούρτσα με την Λούτσα.

Βεβαίως οι Γερμαναράδες, οι τόσο ειδικοί γαλακτοπαραγωγοί, δεν μας είπαν πώς λένε το «βούτυρον» και πώς το ετυμολογούν;
Αφού λοιπόν είναι τόσο ειδικοί, γιατί παράγουν ένα προϊόν με ελληνικές ρίζες;

Και για να καταλάβει ο αναγνώστης, το βούτυρον είναι από το βοῦς+τυρός, ελληνικότατες λέξεις που υιοθετήθηκαν από τους βορείους και κατήντησαν butter.

Γιατί; Γιατί εμείς είμαστε οι παλαιότεροι και οι ειδικότεροι επί των γαλακτοκομικών στον δυτικόν (τουλάχιστον) κόσμον.
Εμείς ορίζομε τι είναι το νωπόν, τι είναι το γάλα, τι το βούτυρο, πότε το γάλα γίνεται ξυνόγαλο, οξύγαλα, γιαούρτι, τυρί.
Εμείς τα κάναμε όλα αυτά. Τα πάντα εμείς.
Από το ελληνικόν «γάλα» βγαίνει μέχρι και ο γαλαξίας (κύκλος): γεμάτος αστέρια, άσπρος κύκλος στον ουρανό).

Ακόμη και το ίδιο το milk, παρόλον που τα λεξικά λένε ότι έχει «Ινδοευρωπαϊκή ρίζα»* ενδεχομένως (λέω εγώ ο άσχετος) να μην είναι και τόσον Ινδοευρωπαϊκή.

Βεβαίως οι Ελλαδήτες ίσως να μην το ξέρουν, όμως στην Ποντιακή γλώσσα δεν αρμέγουμε αλλά ‘αλμέγουμε‘.
‘Άλμεγμα’ το λέμε, προφανώς με αναγραμματισμό του αρχαίου ‘αμέλγω’.

Και δεν θέλει ιδιαίτερο μυαλό για να υποθέσει κάποιος ότι το αμελ- ενδεχομένως έχει σχέσιν με το μέλαν, ίσως δηλαδή (βεβαίως οι γλωσσολόγοι παίρνουν έγκριση από τα γλωσσολογικά ιερατεία μόνον εάν παρακάμπτουν την ελληνικότητα των λέξεων) το α- να είναι στερητικόν, λευκόν γαρ το γάλα, δηλαδή το μη μέλαν.

Ανεξαρτήτου όμως της ετυμολογίας του milk,  το βέβαιον είναι ότι το βούτυρον είναι ελληνικόν.

Δηλαδή και στο γάλα εμείς ορίζουμε τις λέξεις, εμείς τα πράγματα, εμείς τους όρους, εμείς και την νεότητα του (νεωπόν→νωπόν).

Μπορώ να βρώ πάνω από 100 δίστιχα της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής για το γάλα.
Γιατί;
Γιατί το γάλα για τους Έλληνες και ειδικώς για τους Ποντίους το αγελαδινόν γάλα, δεν είναι μόνον ένα αγαθόν. Είναι αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτισμού,
τόσον πολύ μάλιστα που όταν λέμε «ζώα» (ζα) εννοούμε τα ζώα που βγάζουν γάλα.

Όταν λοιπόν οι Έλληνες λέμε ότι φρέσκο γάλα είναι το γάλα μέχρι 5 ημερών (το πάρα πολύ) τότε αυτό είναι παγκόσμιος νόμος.

Αρχηγού παρόντος, πάσα αρχή παυσάτω· και στο γάλα (όπως και σχεδόν παντού) εμείς είμαστε οι αρχηγοί.
Εμείς η αρχή, εμείς και το τέλος.

Βεβαίως το ανθελληνικόν κράτος βάζει τρικλοποδιές σε οτιδήποτε ελληνικόν, αποδεχόμενο κάθε ποσόστωσιν που βάζει η Κουμουνισιόν, η Κεντρική Επιτροπή της Ε.Ε. όπως λ.χ. στην άμπελον (πού παρακαλώ; Στην πατρίδα του Διονύσου) και στο γάλα (στην πατρίδα της Αμαλθείας).

Κάθε ποσόστωσις που μπαίνει στην ελληνική παραγωγή δεν είναι τίποτε άλλο παρά Εθνική Προδοσία.

Το «εθνική προδοσία» βεβαίως δεν το λέμε για να απογράψουμε και να καταγράψουμε μία ακόμη προδοσία. Η εποχή του απογραφέων ετελείωσεν. Ήλθεν η ώρα των τιμωρών. Η τιμωρία των προδοτών δεν είναι μια υπόθεσις του ιστορικού του μέλλοντος αλλά του Έλληνος του παρόντος.
Βολεύει πολύ να τα αφήνουμε όλα στον ιστορικόν του μέλλοντος. Όχι, ο ιστορικός του μέλλοντος δεν θα ασχοληθεί με τους προδότες αλλά με την τιμωρίαν των. Εξάλλου εάν δεν τιμωρηθούν οι προδότες, τότε πώς θα ξέρει ο ιστορικός ότι υπήρξε προδοσία;
Όποιος νομοθετεί υπέρ της συρρικνώσεως της Ελληνικής παραγωγής είναι άξιος της μοίρας του.
Η ιστορία δεν θα κρίνει την προδοσία αλλά την τιμωρία.
____________________________________________
* (From Middle English milk, mylk, melk, mulc, from Old English meolc, meoluc (milk), from Proto-Germanic *meluks, from Proto-Indo-European *h₂melǵ-.)

Ἐχουμε ξαναπει. Οι ανθελληνικές θέσεις που κατά καιρούς ακούγονται δέν έχουν σκοπό να μας πείσουν για την ορθότητα των. Χέστηκαν οι προπαγανδιστές εάν θα τους πιστέψουμε ή όχι, εάν θα μας πείσουν ή αν θα μας αλλάξουν τις απόψεις. Ο ρόλος των διαφόρων που ρίχνουν το φαρμάκι των έχει να κάνει με την μέθοδον της σταγόνας. Το δηλητήριον δηλαδή που πέφτει σταγόνα-σταγόνα στην τεράστια κανάτα μας μέχρι να πάψουμε να αντιδρούμε σε αυτό, να θεωρούμε δηλαδή δεδομένη την ύπαρξη του ώστε να πάψουμε να αντιδρούμε.

Βεβαίως οι προπαγανδιστές τύπου Ρεπούση, Δραγώνα κλπ κάνουν ένα λάθος. Ξεχούν ότι ο Μιθριδάτισμός είναι μέθοδος αυτοπροστασίας. Καλό μας κάνουν δηλαδή με τέτοια δηλητήρια γιατί στο τέλος θα αποκτήσουμε μόνιμη ανοσία στα φαρμάκια.

Από την άλλη βεβαίως άποψι είτε ένα μικρό είτε ένα μεγάλο σκατό αν ρίξει κάποιος στην κανάτα, το νερό δεν θα πίνεται. Δυστυχώς όμως για κάποιους ανθέλληνες η ελληνική γλώσσα δεν βρίσκεται σε κανάτα αλλά σε νάμα και το τρεχούμενον ύδωρ μπορεί να καθαρίσει κάθε ακαθαρσία. Έχει καθαρίσει και έχει καθαρίσει τόσα και τόσα η ελληνική γλώσσα στο διάβα της. Στην Ρεπούση θα κολλήσει;

Νεκρά λοιπόν η αρχαία ελληνική γλώσσα κατά την συνωστισμένη Ρεπούση η οποία προέτεινε την κατάργησιν των ως υποχρεωτικόν μάθημα από τις σχολικές αίθουσες.

Ερώτησις: Ποία από όλες;
Η Ομηρική αρχαία; Η αττική; Η δωρική; Η Ελληνιστική;
Ποία;

Ὀταν μιλάμε για αρχαία πρέπει να ξέρουμε ότι το αρχαίον ετυμολογείται από την αρχή. Για τους Αθηναίους της εποχής του Περικλέους αρχαία ήταν η Ομηρική γλώσσα. Για τους Ελληνιστάς αρχαία ήταν και η Ομηρική και η αττική.
Νεκρά ήταν η αττική διάλεκτος κατά τα Ελληνιστικά χρόνια, αττικιστές όμως υπήρξαν πολλοί καθ’όλην την διάρκειαν της Ελληνιστικής περιόδου.

Όταν αναφερόμαστε στον Ελληνισμόν, ή λέξις «αρχαίος» είναι άτοπος. Μόνον σε συγκριτικόν βαθμόν μπορεί να καθορισθεί η αρχή, το μόνον δηλαδή που ορίζεται είναι το αρχαιότερον. Δεν διδασκόμαστε λοιπόν στα σχολεία αρχαία ελληνικά αλλά αρχαιότερα ημίν Ελληνικά.

Ποίος όμως είναι ο σκοπός του σχολείου;

Είναι σκοπός του σχολείου η διδασκαλεία των ήδη γνωστών;
Όταν πάει ένας παις στο σχολείον ήδη γνωρίζει να μετράει με τα δάκτυλα του μέχρι το 10.
Γιατί λοιπόν πάει στο σχολείο; Για να μάθει να μετράει μέχρι το 10;
Σαφώς και για να μάθει να μετράει γενικώς.

Τα αρχαία, είπεν η Ρεπούση, πρέπει να διδάσκονται μόνον σε όσους θέλουν να ακολουθήσουν κλασικές σπουδές.
Γιατί να μαθαίνει το παιδίον πολλαπλασιασμόν όταν μπορεί να φθάσει στο ίδιο αποτέλεσμα με διαδοχικές προσθέσεις;
Για να πηγαίνει στον μπακάλη και να σκέπτεται πολλαπλασιασμούς και ολοκληρώματα;
Μόνον όσοι θα πηγαίνουν για μαθηματικοί πρέπει να γνωρίζουν πόσο κάνει πέντε επί πέντε. Οι υπόλοιποι απλώς θα μπορούν να προσθέτουν μία μούντζα φορές το πλήθος των δακτύλων μίας μούντζας Και όταν με το καλό βγάλουν το σωστό αποτέλεσμα (που μάλλον δεν θα το βγάλουν γιατί έχουμε 4 άκρα άρα το πολύ μέχρι το 20 να μπορούμε να πετρήσουμε) να φασκελώσουν την διάσημη ανθέλληνα.
Μόνον όσοι θέλουν να γίνουν ιατροί πρέπει να διδάσκονται βιολογία; Ή πάλι μόνον όσοι θέλουν να γίνουν αθλητές πρέπει να κάνουν γυμναστική; Γιατί να διδάσκονται γλώσσες προγραμματισμού σε όσους δεν θέλουν να γίνουν προγραμματιστές;

Το σχολείον είπαμε έχει ως προορισμό να μας διδάσκει αυτά που δεν γνωρίζουμε και να μας δείχνει τον δρόμο να μαθαίνουμε την υπόλοιπη ζωή μας. Σωστά; Σωστά.
Μα την δημοτικιά γλώσσα υποτίθεται ότι την γνωρίζουμε. Αυτό δεν ήταν το αντικείμενο της διαμάχης του γλωσσικού ζητήματος;
Γιαυτό δεν λέγεται «δημοτική» η δημοτική; Δεν την ονόμασαν έτσι επειδή είναι η γλώσσα του δήμου;
Συνεπώς την δημοτική την ξέρουμε. Γιατί να πάμε στο σχολείο να μάθουμε κάτι που ήδη γνωρίζουμε;
Μήπως τα νέα ελληνικά είναι καλόν να διδάσκονται για να μαθαίνουν Ελληνικά τα αλβανοπακιστανά αλλά τα αρχαιότερα είναι κακόν για να μην μαθαίνουν οι Έλληνες το γένος των;

Κατάργησις των νέων ελληνικών από τα σχολεία.
Εάν λοιπόν σκοπός του σχολείου είναι η μάθησις τότε η διδασκαλεία του ήδη γνωστού είναι αντιεκπαιδευτική. Εάν λοιπόν πρέπει να καταργηθεί η διδασκαλεία κάποιας γλώσσης αυτή θα πρέπει να είναι των νέων Ελληνικών. Ή μήπως η ΚΝΕ (Κοινή Νέα Ελληνική) τελικά δεν είναι τόσο δημοτική όσο θέλουν να λένε;

Στην δική μου λ.χ. δημοτική γλώσσα, την γλώσσα δηλαδή του δήμου των Ποντίων η προστακτική σχηματίζεται με κατάληξιν -σον, ακριβώς όπως και στην νεκρά κατά Ρεπούση αρχαία (αρχαιοτέρα κατ’ εμέ) ελληνική γλώσσα.

Ας καταργηθούν επομένως τα νέα ελληνικά, τα οποία τα γνωρίζουμε από το σπίτι αφού είναι μητρική μας γλώσσα (για όσους είναι. Όσοι κατάγονται από ελληνικό σπίτι. Οι Αλβανοί θα μαθαίνουν την δική των μητρική) και στα σχολεία να διδάσκεται μόνον η αρχαιοτέρα ελληνική ως γλώσσα που δεν την γνωρίζουμε άρα πρέπει να την μάθουμε, όπως δεν γνωρίζουμε μαθηματικά αλλά τα μαθαίνουμε, όπως δεν γνωρίζουμε γεωγραφία αλλά την διδασκόμαστε.

Άλλο θέμα εάν διδάσκονται με τον σωστόν τρόπον τα αρχαιότερα ελληνικά και άλλο θέμα εάν πρέπει ή δεν πρέπει να διδάσκονται. Όποιος μπερδεύει τα δύο ανήκει στην κατηγορίαν όσων συγχέουν την βούρτσα με την Λούτσα. Σαφώς και δεν διδάσκονται σωστά τα αρχαιότερα ελληνικά αφού διδάσκονται από μονοδιάστατα ρομποτάκια-παπαγάλους των φιλολογικών σχολών τα οποία δεν ξέρουν να σκέφτονται ΑΚΡΙΒΩΣ διότι δέν έλαβαν σφαιρικήν γνώσιν αλλά εξειδικεύτηκαν στην γλώσσα. Αυτό όμως είναι άλλο θέμα.

Υπό αυτήν την έννοιαν μας κάνει καλό η Ρεπούση που υπάρχει διότι μας κάνει μαθήματα ανθελληνισμού και ελληνομηδενισμού. Πρέπει να ξέρουμε πώς σκέφτονται αυτοί οι τύποι, μάθημα είναι και αυτό, όχι για να γίνουμε ανθέλληνες αλλά για να μάθουμε πώς να τους αντιμετωπίζουμε, όπως ακριβώς και ένας εκπαιδευτής σκύλων δεν μαθαίνει τον χαρακτήρα του σκύλου ὠστε να μάθει να υλάζει (γαβγίζει, αρχ. υλακτέω) ο ίδιος αλλά για να τον ελέγχει. Και είναι φως φανάρι ότι θα αντιμετωπίσουμε πολλές τέτοιες Ρεπούστικες περιπτώσεις στα επόμενα χρόνια. Μας εκπαιδεύει η Ρεπούση για να προσέχουμε να μην μας δάξει.

Τα αρχαιότερα ελληνικά δεν γνωρίζω εάν είναι νεκρά ή ζωντανά (αλήθεια θα μαθαίναμε για «νεκρές γλώσσες» εάν κάποιες δραγωνορεπούσιδες δεν μας μυούσαν στην ορολογία «νεκρή γλώσσα» σπέρνοντας μας δολίως την αμφιβολίαν; ) το μόνον βέβαιον είναι ότι η ανθελληνική γλώσσα είναι ολοζώντανος και θα παραμείνει ζωντανή για αρκετό καιρό ακόμη.

Ὅπως ἐδήλωσεν προσφάτως ἡ γνωστός διὰ τὴν «σεμνότητὰν» της τὲ ἐπίδοξος ἠθοαποποιός «κυρία» Λένα Κιτσοπούλου, «Οἰ Ἕλληνες μοιάζουν μεταξύ τους». Γνωστή βεβαίως ἔγινε μετά τὴν δήλωσιν της, μέχρι τότε τὴν ἐγνώριζαν μόνον ὁσοι μαῦροι τὴν ἐγάμησαν, ἐάν καὶ ἐφόσον τοὺς εἴχε κάνει κἀποια καλήν ἐντύπωσιν στὸ κρεβάτι, διότι ἔτσι ὅπως την κόβω μᾶλλον δέν εἶναι ἀπό τὶς γυναίκες ποὺ τὶς θυμάται κανείς τ’ ἐπόμενον πρωί. Ἴσως γιαυτό προετίμησεν νὰ βάψει τὰ μαλλία της ξανθά καὶ νὰ μήν τὰ κάνει μαύρα ράστα, μπάς καὶ τὴν θυμάται κάποιος μαῦρος ὡς ξανθή τουλάχιστον…γιατί ὡς γυναίκα, χλωμόν.
Εἶπε λοιπόν:

Οι Έλληνες μοιάζουν μεταξύ τους, επειδή ακόμα δεν μάθανε να ανακατεύονται με άλλες φυλές. Είναι ακόμα ρατσιστές και θέλουν να διαιωνιστεί η δική τους φάτσα, ο δικός τους κώλος, κι ας είναι δύο επί δύο, δεν έχει σκεφτεί ποτέ ο Έλληνας πατέρας «μακάρι την κόρη μου να τη γαμούσε ένας ωραίος μαύρος, να βγει και το εγγονάκι μου ωραίο.» Όοοχι. Προτιμάει να διαιωνίσει τη φάτσα του, προτιμάει το εγγονάκι του να γίνει 1.50 μ. στο ύψος, αλλά να του μοιάζει. Στ’ αρχίδια του αν το εγγονάκι δεν θα παίξει ποτέ στην ομάδα μπάσκετ του σχολείου, αρκεί να του μοιάζει. Να πάρει και το όνομά του. Δεν πα να τον λένε και Παπάρα. Δεν έχει σημασία. Και το εγγόνι θα λέγεται Παπάρας. Οι Παπάρηδες πρέπει να διαιωνίζονται.

Μήν ταράζεσθε, μήν βιάζεσθε, μήν ὀργίζεσθε. Μαζί μας εἶναι ἡ σεμνά κορασίς.

Ἡ λάτρης τοῦ μελανοῦ πέους (δέν βάφει τὰ μαλλία της ξανθά παρά μονάχα ἐπειδή ἀρέσουν στοὺς μαύρους ῥατσιστές, οἱ ὁποῖοι τῆς ἀρέσει νὰ τὴν γαμάνε ὡς λευκή καὶ μάλιστα ξανθομαλλοῦσα) δέν λέγει ψέματα.

Μέσα στὴν ἐπιδοτουμένη ἀπό τοὺς φορείς «ἑλληνικῆς» τέχνης μανίαν της νὰ κάνει πληρωμένα μαθήματα ἀντιῤῥατσισμοῦ, ἐπιβεβαιώνει αὐτό ποὺ χρόνια τώρα θέλουν νὰ ἀμφισβητήσουν οἱ ἀνθελληνικές δυνάμεις.

Κανονικὰ θὰ ἔπρεπε νὰ τὴν χρηματοδοτει ἡ Χρυσή Αὐγή γιὰ νὰ λέει τέτοιες ἐξυπνάδες.

Τί ἐπιβεβαιώνει ἡ Κιτσοπούλου;
Τὴν συνέχειαν τοῦ ἔθνους.
• Ὁμοιάζουμε μεταξύ μας.
Ὀρθόν.
• Δέν μάθαμε νὰ ἀνακατευόμαστε μὲ ἄλλες φυλές.
Σωστό καὶ αὐτό. Ὅχι τώρα ἀλλά ἐδῶ καὶ αἰῶνες δέν ἀνακατευόμαστε.
Γιαὐτό ἀκριβῶς κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς οθωμανικρατίας ζούσαμε σἐ ξεχωριστούς μαχαλάδες (στὶς πόλεις) ἤ σὲ ξεχωριστά χωρία ἀπό τοὺς Τούρκους, τοὺς Ἑβραίους, ἀκόμη καὶ τοὐς ὁμοθρήσκους Ἀρμενίους.

Γιαυτό ὁμοιάζουμε μεταξύ μας. Γιατί ὄσο «πολυπολιτισμική» καὶ ἐάν εἶναι ἡ «κοινωνία» ποὺ ζοῦμε, ἡμεῖς πάντοτε ἐπιλέγομε τὸν δικόν μας πολιτισμόν καὶ τὴν διαιώνισιν τοῦ δικοῦ μας γένους.

Αὐτό  εἶναι ποὺ ἐνοχλεῖ. Τοὺς ἐνοχλεῖ ποὺ ὁ «Παπάρης» γεννᾷ «Παπαρίδη, Παπαράκη, Παπαρόπουλο», μία συνήθειαν ποὺ τὴν ἔχουμε ἀπό αἰώνας, ἀρκεῖ νὰ δοῦμε πόσας γενεάς ἀπαριθμεῖ τὸ γένος τῶν Ἀλκμεωνιδῶν , τῶν Ἀτριδῶν καὶ κυρίως τῶν Ἡρακλειδῶν.

Ἀλλάζει λοιπόν τακτικήν ὁ ἀνθελληνικός βόθρος, δέν ἀμφισβητεῖ πλέον τῆν συνέχειαν τοῦ γένους,ἀλλά τὴν ἀπαξιώνει.
Θέλοντας ἤ μή ἡ Κιτσοπούλου ἐπιβεβαιώνει τὴν συνέχεια τοῦ γένους, ἀπλῶς δέν τῆς ἀρέσει. Δέν τὸ γουστάρει τὸ γένος (τὸ ὁποῖον ὅμως παραδέχεται ὅτι ὑπάρχει) καὶ θέλει νὰ τὸ ἀλλάξει, γιαυτό καὶ τὰ ἔβαλε μὲ τὸν Ἥρωα τοῦ Γένους, τὸν Α. Διάκο ποὺ καὶ αὐτός ἐπολέμησεν γιὰ τὴν ἀπελευθερωσιν τοῦ γένους, τοῦ ὑπαρκτού καὶ συνεχοῦς γένους σύμφωνα καὶ μὲ τὴν γνώμιν τῆς γνωστοῦ πλέον ἠθοαποποιοῦ.

Καὶ ἐπειδή νόμιζε ἡ κυρία τοῦ μελανοῦ πέους ὅτι δέν μας ἔπεισε γιὰ τὴν συνέχειαν τοῦ γένους, μᾶς ἔδωσε κι ἄλλα ἐπιχειρήματα, λέγουσα:

Βράδυ στα μπουζούκια. Ο μικρός κλώνος χορεύει το πρώτο του ζεϊμπέκικο. Η οικογένεια χτυπάει παλαμάκια. Ο πατέρας περήφανος, ανοίγει τα χέρια στο πλάι, σαν αετός, και καμαρώνει τον γιο του. Το ζεϊμπέκικο του γιου είναι ολόιδιο με του πατέρα. Ο πατέρας μέσω του γιου, καμαρώνει τον εαυτό του. Ο πατέρας ευτυχισμένος, δεν το ξέρει αυτό. Όπα. Όπα. Άλα.

Μπράβο αγόρι μου, έτσι σε θέλω. Σε θέλω μάγκα, σε θέλω ωραίο, σε θέλω μερακλή, μόνο αδερφή δεν σε θέλω. Σε θέλω όπως θέλω εγώ, μαλακισμένο. Όπα. Όπα. Άλα.

Μὰ αὐτό «ἀγαπητή» (μπιάχχχ!!!) Κιτσοπούλου περιγράφεται μὲ μίαν καὶ μόνον ἑλληνικήν λέξιν, ἐάν βεβαίως τὴν γνωρίζεις.
Λέγεται «Παράδοσις». Τὰ ἔθιμα, τὰ ἤθη κλπ λέγονται «πατροπαράδοτα» ἀκριβῶς γιὰ αὐτόν τὸν λόγον ποὺ νομίζεις ὧ δύσμοιρη πὼς ἔχεις τὴν δύναμιν νὰ ἀπαξιώσεις.

Μάλιστα δέν ὁμοιάζουμε μόνον ὀπτικῶς. Ὁμοιάζουμε καὶ μετρικῶς δεδομένου ὅτι ὁ δεκαπεντασύλλαβος εἶναι τὸ ἐθνικό μας μέτρο ἀπ΄ ἄκραν σ’ ἄκραν τοῦ Ἑλληνισμοῦ.

Στὴν περίπτωσιν τῆς κυρίας μόνον μία ἀπάντησις ἀρμόζει. Ὁ μῦθος τῆς ἀλώπεκος μὲ τὴν κομμένη οὐρά. Προφανῶς κάποιος μαῦρος ἔκοψεν τὴν οὐράν τῆς ξανθοβαμμέννης ἀλεπούς καὶ προσπαθεῖ νὰ μᾶς πείσει ὅτι χωρίς οὐρά εἶναι καλλίτερα.

Ἡ οὐσία εἶναι ὅτι τὰ ἔχουν χαμένα. Δέν ξέρουν ἐάν πρέπει ἤ ὄχι νὰ ἀποδεχθοῦν τὴν συνέχειαν τοῦ γένους.
Τὸ γένος ὅμως έπεβίωσεν μέσα στοὺς αἰῶνες ἀκριβῶς γιατί εἴμαστε ἀνέκαθεν φυλετιστές καὶ ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος κρίνοντες μᾶλλον ὀρθῶς οἱ πρόγονοι μας ἦταν φυλετιστές.

Ἐμεῖς τῆς εὐχόμαστε νὰ γεννήσει τὸν Μαυροκιτσόπουλο ποὺ θέλει, νὰ τῆς βγεῖ μικροτσούτσουνος, κοντός, κατάμαυρος με πλακουτσωτή μύτη καὶ μὲ ἕναν κώλο δύο ἐπί δύο. Φυσικά νὰ εἶναι καὶ ἀδελφή.

Ἀς καμαρώσομεν τὸ ἤθος τῆς σεμνᾶς ἠθοπαραποιοῦ.

Κουφᾶλες Γᾶλλοι,
τί τὴν περάσατε ὡρέ τὴν Νέμεσιν; Κάποια ἀνύπαρκτον θεότηταν;

Ἡ Νέμεσις κουφᾶλες Γᾶλλοι εἶναι πραγματική Θεά καὶ δέν ξεχνᾷ ποτέ τὰς Ὕβρεις.

• Ἐσεῖς δέν εἴσαστε αὐτοί ποὺ μᾶς προδόσατε στὴν Μικρασιατική ἐκστρατείαν;
• Ἐσεῖς δέν κατακλέψατε τὰ ἀρχαῖα μας μὲ τὸν περίφημον στρατόν τῆς ἀνατολῆς;
• Ἐσεῖς δέν ὑπονομεύσατε τον Ἐθνικόν διχασμόν ὅταν ἐβομβαρδίζατε τὰς Ἀθήνας;
• Μήπως δέν ἤσασταν παρόντες καὶ στὴν μεγάλη φωτιά τῆς Θεσσαλονίκης;

Μᾶς ἐπωλήσατε, μᾶς ξανεπωλήσατε, μᾶς προδόσατε, μᾶς πουλούσατε μετά ὅπλα για να προστατευτούμε ἀπό τὸν σύμμαχο σας Κεμάλ. Δικός σας σύμμαχος ἦταν ὁ Μουσταφά Κεμάλ, ἐμεῖς ὅμως ἀγοράζαμε ὅπλα ἀπό ἐσᾶς.
Ἐσεῖς ἐκάματε τὸν Κεμάλ ἀπό ἀντάρτη, διάδοχον τοῦ Σουλτάνου. Ἐσεῖς ἐδώκατε σάρκα καὶ ὀστά στὸ νεοτουρκικόν μόρφωμα.
Ἐσεῖς προδόσατε ἀκόμη καὶ τοὺς δικούς σας νεκρούς γιατί ὁ Κεμάλ τους ἐσκότωνεν στὰ Δαρδανέλια. ‘Ἐσκότωσεν χιλιάδες δικούς σας καὶ ἐσεῖς τόν ἐκάνατε ἀρχηγό κράτους.

Κουφάλες Γᾶλλοι, ἀκόμη καὶ σήμερα μᾶς προδίδετε, κατεστρέψατε τὴν οἰκονομία μας μαζί μὲ τους φίλους σας τοὺς Γερμανούς, τους Ἰταλούς καὶ τοὺς Ἄγγλους γιὰ νὰ ἀγοράζουμε ἀπό ἐσᾶς μέχρι καὶ γάλα.

Ὅμως ὅλα ἐδῶ πληρώνονται. Τὸ τίμημα τῆς προδοσίας εἶναι ἕνα πιάτον ποὺ τρώγεται πάντα κρύον.

Μᾶς προδόσατε ἀλλά ἡ χαρά σας οὐκί ἐκράτησεν γιὰ πολλά. Γιὰ ἐσᾶς βεβαίως 90 χρόνια μπορεῖ νὰ εἶναι πολλά, γιὰ ἐμᾶς ὅμως ποὺ μάθαμε νὰ μετροῦμε τοὺς αἰώνας ὡς ὤρας 90 χρόνια εἶναι ἀπλῶς στιγμαὶ.
Θα βλασφημεῖτε γιὰ αἰῶνες τὴν ὥραν καὶ τὴν στιγμήν ποὺ προδόσατε τοὺς φυσικούς προασπιστάς τῆς Εὐρώπης.  Ἐσεῖς μᾶς στερείσατε τὴν πατρίδα μας, τὴν Γαίαν τῶν προγόνων μας, νομίζατε ὅτι θὰ τὴν βγάζατε καθαρή;

Λουσθῆτε τώρα τὴν ἀγκάλην τῆς Νεμέσεως ποὺ νομίζατε κατακαημένοι ὅτι μέσα σὲ δύο-τρείς αἰώνες κάνατε καὶ πολιτισμόν, ἐσεῖς οἱ χθεσινοί βάρβαροι, οἱ προχθεσινοί πίθηκοι.

Θὰ παρακολουθοῦμε τὴν καταστροφή σας ἀπό τὸ φιλιστρίνι μας, πίνοντες τσάι καὶ καπνίζοντες ποῦρα, θὰ σᾶς ἀντιγράψουμε γιὰ πρώτη καὶ μοναδικήν φοράν στὴν ἱστορίαν μας, ὅπως κάνατε ἐσεῖς τότε ποὺ ἔσφαζαν τοὺς παπποῦδες μας, βίαζαν τις γιαγιᾶδες μας, ἐλήστευαν τὰς περιουσίας μας. Τότε ποὺ ἐδίωκὰν ἐμας ἀπό τὴν ἀρχαίαν ἡμῶν γαίαν, τοὺς βωμούς καὶ τὰ ἱερά μας.

Ὅλα ἐδῶ πληρώνονται.

.

Προσεχώς.

Τί πάει να πεί Ελληνόφωνοι πληθυσμοί;
Τί πάει να πει εξελληνισμένοι;

Ή Ελληνιστική περίοδος είναι από το 323 π.Χ. έως το 146 π.Χ. δηλαδή περίπου 177 χρόνια.
Η Ελληνιστική κοινή αναφέρεται στην περίοδο από το 300 π.Χ ώς το 600 μ.Χ.
Τι διάολο; Ο Αλέξανδρος αντί να πολεμάει έκανε τον γλωσσοδιδάσκαλο;
Οι διάδοχοι, οι επίγονοι κλπ δεν πολεμούσαν αλλά έστελναν γράμματα δεξιά και αριστερά;

Τι πάει λοιπόν να πει Εξελληνισμένοι λαοί;
Γιατί δεν είχαμε εκρωμαϊσμένους λαούς όταν η Ρωμαϊκή περίοδος διήρκησε από το 146 π.Χ. έως το 1453 μ.Χ.;

Δηλαδή ο Αλέξανδρος, οι διάδοχοι και οι επίγονοι κατάφεραν να εξελληνίσουν την μισή Μεσόγειον μέσα σε ελάχιστον χρόνον αλλά δεν κατάφεραν οι Ρωμαίοι να την εκρωμαΐσουν στον δεκαπλάσιον χρόνον;

Η απάντησις είναι πολύ απλή.
Δεν μιλάμε για εξελληνισμένους πληθυσμούς. Μιλάμε για πληθυσμιακή υπεροχή των Ελλήνων.
Συνεπώς δεν μιλάμε για αυτοκρατορία των Ρωμαίων αλλά για Ελληνική αυτοκρατορία υπό Ρωμαϊκή εξουσία.
Όλη η Μεσόγειος, από τις Ηράκλειες Στήλες μέχρι την Κασπία, την Αίγυπτο ήταν γεμάτη από Έλληνες οι οποίοι φυσικά ήταν Ελληνόφωνοι, Έλληνες γαρ.

Εξελληνίσθησαν μεν και άλλοι λαοί επειδή όμως ήταν μειονότητες και όχι επειδή κάποιος τους δίδαξε την Ελληνικήν και είδαν το φώς το αληθινόν.

Εάν η εξουσία ήταν ικανή να καθιερώνει γλώσσες, τότε σήμερα θα μιλούσαμε λατινικά.
Απεναντίας η πληθυσμιακή υπεροχή των Ελλήνων ανάγκασε την Ρωμαϊκή εξουσία να γίνει Ελληνόφωνη, διότι οι γλώσσες δεν καθιερώνονται με διατάγματα αλλά από την αγορά, δηλαδή από τον κόσμο, εκτός από την περίοδο της τουρκοκρατίας όπου είχαμε εκτουρκισμόν δια της βίας, της απομονώσεως και της φυσικής εξοντώσεως.

Εν αρχή ην το σπέρμα. Ελληνικά μιλούσαν οι Έλληνες που ήταν παντού. Η Ρώμη δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένα σύστημα διαχειρίσεως της εξουσίας. Εξάλλου οι Ρωμαίοι δεν μας νίκησαν. Αυτονικηθήκαμε δια του διχασμού.

Το ερώτημα όμως παραμένει. Γιατί η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία δεν μπόρεσε να εκλατινίσει τους πληθυσμούς παρόλο που είχε στην διάθεσι της άπειρο χρόνο και πώς επί Ελληνιστικών χρόνων εξελληνίστηκαν τόσο μεγάλοι πληθυσμοί μέσα σε ελάχιστο χρόνο; Μήπως γιατί ήταν ήδη Έλληνες;

Προσεχώς.

Ιδέες και σχόλια δεκτά από τώρα.

Κατά την άποψίν μας το συντομότερον ανέκδοτον είναι μονολεκτικόν. Τηρώντας όμως την παράδοσιν που το θέλει να αποτελείται από δύο λέξεις και δεδομένου ότι ο «Αλβανός Τουρίστας» μάς ετελείωσεν, ας δοκιμάσομεν κάτι που δεν τελειώνει και δεν αλλάζει ποτέ.

Το διαχρονικώς λοιπόν συντομότερον ανέκδοτον είναι:

Γερμανός χουβαρντάς.