Ἀρχεῖο γιὰ τὴν κατηγορία ‘Νεοβαρβαρισμοί’

Μύθο χαρακτήρισε η κ. Ρεπούση τον χορό του Μεσολογγίου. Σαφώς και είναι.
Ο μύθος δεν είναι τίποτα λιγότερο από την προφορικώς μεταδιδόμενη ιστορία. Μύθος είναι ο λόγος, εξ ου και σε πολλές γλώσσες αποτελεί ρίζα των λέξεων που σημαίνουν στόμα (λ.χ. mouth στην αγγλικήν, Mündung εις την γερμανικήν*)
Ιστορική προφορική καταγραφή είναι ένας μύθος. Μύθος ήταν και ο Τρωικός Πόλεμος και η ίδια η Τροία μέχρι που ο Σλήμαν ανέσκαψε και βρήκε την «Μυθική» πόλι. Η αγράμματη Πόντια γιαγιά μου γνώριζε τον μύθο του Τρωικού πολέμου προφανώς από προφορικές αφηγήσεις που επέζησαν μέχρι τις ημέρες της.

Μήπως όμως οι ιστορικοί δεν βασίζουν πολλά από τα ευρήματα τους σε μύθους, σε προφορικές δηλαδή μαρτυρίες; Πώς λ.χ. ήξερε ο εξόριστος Θουκυδίδης τι έγινε στην Σικελία αφού δεν πήρε μέρος στην Σικελική εκστρατεία; Από προφορικές μαρτυρίες φυσικά. Το ίδιο έπραξε και ο Ηρόδοτος. Οι αφηγήσεις δεν είναι ψέματα απλώς εμπεριέχουν το στοιχείο του υποκειμενισμού, της υπερβολής και γενικότερα συναισθηματικά στοιχεία που με την πάροδο των ετών είτε διογκώνονται είτε το αντίθετο.

Όμως ο χορός του Ζαλόγγου δεν αναφέρεται σε ένα προ Χριστού γεγονός και συνεπώς οι όποιες αλλοιώσεις κατά την προφορική μετάδοση του γεγονότος δεν θα μπορούσε να είναι μεγάλες. Τι να κάνουμε όμως; Δεν υπήρχε κάποια μεγάλη και τρανή ιστορικός στον κύκλο του Ζαλογγείου Χορού να καταγράψει το συμβάν και να το επικυρώσει με την επιστημονική της πιστοποιημένη εγκυρότητα.
Ίσως εάν στο Ζάλογγο χόρευε και η Ρεπούση και εάν προ της πτώσις της εις τον κρημνόν προλάβαινε να έγραφε τα όσα θα έβλεπε (οἶδα → ἵστωρ) να είχαμε μια πιο πιστοποιημένη μαρτυρία, αλλά από την άλλη δεν το βλέπω και πολύ πιθανόν σε αυτήν την υποθετική περίπτωσι η Ρεπούση-εν Ζαλόγγῳ χορευτής να επέλεγε τον θάνατον από τον ραγιαδισμό. Το πιθανότερον θα ήταν να παραδινόταν εθελοντικώς στον Αλή Πασά και εν συνεχείᾳ να τού προσέφερε τας επιστημονικὰς της υπηρεσίας προς την υποτίμησιν της αυτοθυσίας.

Αναφέρεται σε άρθρο των «Νέων»:

Σύμφωνα με την ιστορικό Βάσω Ψιμούλη, συγγραφέα του βιβλίου «Σούλι και Σουλιώτες» (Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών, 1998), «στη διάρκεια της διεξαγόμενης, σε στενωπούς και μονοπάτια του όρους, μάχης, μέρος των γυναικόπαιδων κατακρημνίστηκε, είτε απωθούμενο στην άκρη του γκρεμού από τους οπισθοχωρούντες μαχητές είτε με απόφαση των γυναικών να προτιμήσουν γι’ αυτές και τα παιδιά τους τον εκούσιο θάνατο παρά μια οδυνηρή αιματοχυσία και αιχμαλωσία». Ο καθηγητής Αλέξης Πολίτης, από τη σκοπιά του, δεν αρνείται το περιστατικό, αλλά κάνει λόγο για μυθοποιητική χρήση του την οποία εντοπίζει «στην εξιδανίκευση, στον χορό. Αυτό άλλωστε είναι το διαφορετικό και το εξαιρετικό, επειδή αυτοκτονίες απελπισμένων, ακόμη και ομαδικές, δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο στην ανθρώπινη ιστορία»(«Ο χορός του Ζαλόγγου», στον τόμο «Μύθοι και ιδεολογήματα στη σύγχρονη Ελλάδα», Εταιρεία Σπουδών Σχολής Μωραΐτη, 2007). Σε όσους μάλιστα επικαλούνται το τραγούδι** «Εχε γεια καημένε κόσμε» ως απόδειξη του περιστατικού, σημειώνει ότι είναι δημιούργημα του 1908.
Καλά μας τα λέγει ο Αλ. Πολίτης (του Αριστοτελείου και της Σορβόνης και αυτός, όπως και η Ρεπούση) για το εν 1908 δημιούργημα (δεν έχω τις γνώσεις να επιβεβαιώσω την χρονολογία, συνεπώς την δέχομαι) όμως του διαφεύγει μια σημαντική λεπτομέρεια που ευτυχώς η ελληνική γλώσσα για ακόμη μια φορά αναδεικνύει. Αναφέρθηκε σε δημιούργημα (δῆμος+ἔργον). Μέχρι και εγώ έχω γράψει καμιά 50 τραγούδια όμως δεν τολμώ να τα παρουσιάσω ούτε καν στον εαυτό μου, πόσον δε μάλλον στον δήμο. Το να παρουσιάσεις ένα έργο στον δήμο δεν είναι απλή υπόθεσις. Η δημιουργία είτε ως έργον του δήμου είτε έργον προς τον δήμο, προϋποθέτει την συμμετοχήν του δήμου είτε ως δημιουργού είτε ως εμπνευστού.
Ας βγάλει η Ρεπούση ένα τραγούδι που να αναφέρεται σε συνωστισμούς ή σε μύθους για να δούμε εάν θα έχει ανταπόκρισιν στον δήμο ή αν θα φάει την ντομάτα της ζωής της.
Από το 1803 που έλαβαν χώρα τα γεγονότα μέχρι το 1908 που δημιουργήθηκε το τραγούδι μεσολαβεί ένας αιών. 100 χρόνια θα πει κάποιος…ουάου. Μα εκατόν έτη δεν είναι τίποτα. Οι εμπνευστές και οι αποδέκτες του δημοτικού τραγουδιού γνώρισαν τους παππούδες των έζησαν μαζί των, άκουσαν τας ιστορίας των. Μπορεί τα ιστορικά γεγονότα να αφορούν στιγμές και συγκεκριμένες χρονολογίες όμως οι ανθρώπινες ζωές δεν είναι στιγμές. Εδώ ο Αλέξανδρος  Μακεδών πιθανότατα μερικές δεκαετίες μετά συνάντησε στην Μικρά Ασία πολεμιστές που είχαν συμμετάσχει στην εκστρατεία μαζί με τον Ξενοφώντα και που δεν μπόρεσαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Δεν μετράνε οι χρονολογίες, οι γενεές είναι αυτές που έχουν μεγαλύτερη σημασία. Μπορεί δηλαδή το τραγούδι να δημιουργήθηκε έναν αιώνα μετά τα γεγονότα όμως ο μύθος ήταν ακόμη σε πρωτογενή φάση και οι σύγχρονοι των γεγονότων επηρέασαν με τον α’ ή τον β΄τρόπον την δημιουργία.
Αυτά βεβαίως συνέβαιναν την εποχή που ακόμη τα παιδιά δεν είχαν εμποτιστεί με το δηλητήριον του ανυπάρκτου «χάσματος των γενεών» (για το οποίον θα αρθρογραφήσουμε προσεχώς) και άκουγαν τις ιστορίες των παππούδων των, των πατεράδων των, χόρευαν μαζί τους στον κύκλο, τους έπιαναν απ΄το χέρι και δεν τους σιχαινόντουσαν, πήγαιναν μαζί στα πανηγύρια της εποχής και οι παππούδες καμάρωναν τα εγγόνια όπως τα εγγόνια καμάρωναν τους παππούδες και άκουγαν τις ιστορίες των με ανοιχτό το στόμα, μήπως και τους ξεφύγει κάποια λεπτομέρεια. Επειδή εμείς είμαστε η πρώτη γενεά που προσηλυτίστηκε στο αυθυποβαλλόμενο «Χάσμα των γενεών» δεν σημαίνει ότι αυτό υφίστατο  πάντοτε.

Ιστορικές αναφορές για τον Χορό του Ζαλόγγου υπάρχουν και στην αντίστοιχη σελίδα της Βικιπαιδείας όμως συστήνω στους αναγνώστες όταν επισκέπτονται την Βικιπαίδεια να κάνουν έναν κόπο και να ρίχνουν μια ματιά στο ιστορικό του κάθε λήμματος γιατί εκεί κρύβεται ο πόλεμος των προπαγανδιστών. Στο συγκεκριμένο λήμμα που ήταν ανενεργό για έναν περίπου χρόνο, ξαφνικά ενόχλησε η παράγραφος:

Το Ζάλογγο ως στόχος της “αποδομητικής σχολης” της Ελληνικής Ιστοριογραφίας

Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι περί το τέλος του 20ου και αρχές του 21ου αιώνα η αποσύνθεση των εθνικών ταυτοτήτων μέσω της αποσύνθεσης των εθνικών “αφηγήσεων” έγινε κυρίαρχο πρόταγμα της δυτικής ιστορικής και κοινωνιολογικής σκέψης, ιδιαίτερα σε ότι αφορά τα έθνη της περιφέρειας (Καραμπελιάς, σελ. 10). Στην Ελλάδα η σχετική “σχολή” έχει ως κύριο στόχο την ιστορία των Σουλιωτών επειδή αυτοί καταλαμβάνουν κεντρικό ρόλο στην ελληνική ιστορική συνείδηση λόγω του μακρόχρονου αγώνα τους, επί δύο αιώνες, κατά των Τούρκων. Το Ζάλογγο, όπως και το Κούγκι κ.ά., αποτελούν λέξεις/σημαίνοντα που στο υποσυνείδητο των Ελλήνων ταυτίζονται με την αγωνιστική διάθεση της νεώτερης Ελληνικής ταυτότητας. Για τον λόγο αυτό επιχειρείται να πληγεί η αληθοφάνεια του γεγονότος και ο ηρωικός χαρακτήρας των ατόμων που σχετίζονται με αυτό.[9]

την οποία και μόλις σήμερα βρέθηκαν κάποιοι να την διαγράψουν και να την ξαναδιαγράψουν. Τελικά ενοχλεί το Ζάλογγο, ίσως και επειδή δεν αφορά μόνον τους Τούρκους ως εχθρούς αλλά και τους Αλβανούς που ουδέποτε ήταν φίλοι μας.
Εν κατακλείδι ναι, είναι μύθος ο Χορός του Ζαλόγγου, όχι γιατί είναι ψέμα αλλά γιατί διεσώθη προφορικώς μέσα από την παράδοση, μέσα από τραγούδια και χορούς, δηλαδή είναι αληθινός πέρα ως πέρα, δεν ξέρω όμως εάν η Ελληνικότητα της κυρίας Ρεπούση είναι παραμύθι, μήπως δηλαδή υπάρχει ο αληθινός μύθος περί του Χορού αλλά το ψεύτικο παραμύθι περί της ελληνικότητος της διδάκτορος που δεν χάνει ευκαιρίαν να δηλητηριάζει την εθνική συνείδησι των Ελλήνων με την μέθοδο της σταγόνας, μέθοδος δηλαδή κατά την οποίαν το προπαγανδιστικόν δηλητήριον δεν χύνεται άπαξ σε μία μεγάλη δόσι αλλά σε μικρές τακτικές δόσεις ώστε ο εθνικός μας οργανισμός σιγά-σιγά να εθίζεται σε αυτό και να θεωρεί φυσική την ύπαρξιν του. Δεν έχει δηλαδή σημασία εάν αυτά που λέγει η Ρεπούση ή οποιοσδήποτε άλλος φιλέλλην*** έχουν υπόστασι ή όχι. Σημασία έχει ότι επιτελούν τον ρόλο της σταγόνας η οποία τακτικά πρέπει να εκχέεται στις φλέβες μας μέχρι να αρχίσουμε να αμφισβητούμε ακόμη και το αν είμαστε άνθρωποι ή ελέφαντες.
____________________________
* Ίσως και ο μούτος να έχει την ίδια ρίζα (λέω εγώ). Μούτος λέγεται σε κάποιες περιοχές ο άνθρωπος που δεν μπορεί να μιλήσει, ο μουγκός. Ας το ψάξουν αυτό οι ειδικοί αν διαβάζουν.
.
** Ιδού το τραγούδι:
.
*** Το συνθετικό φίλος έχει κυρίως καλή έννοια. Ακριβώς επειδή έχει καλή έννοια χρησιμοποιήθηκε είτε ειρωνικά είτε ως ευφημισμός κατά καιρούς. Λ.χ. στον Πτολεμαίο Β’ απεδόθη η προσωνυμία Φιλάδελφος γιατί αγαπούσε την αδελφή του. Φυσικά αυτό έγινε ακριβώς γιατί το «φίλος» είναι εξ ορισμού κάτι καλό.
Κανένας δεν θα τολμούσε να προσβάλει τον βασιλιάᾱυτοκράτορα-Φαραώ Πτολεμαίο λέγοντας τον λ.χ. αδερφόγαμο ή γαμάδελφον. Έτσι επέλεξαν δια της ειρωνείας ή διά του εξευμενισμού αντί να τον πούνε γαμάδελμφον να τον αποκαλέσουν Φιλάδελφον.
Στους Ορφικούς Ύμνους το επίθετο Παιδόφιλος αναφέρεται στην Ελευσινία Δήμητρα προφανώς με την καλή έννοια:

Δηώ, παμμήτειρα θεά, πολυώνυμε δαῖμον, σεμνὴ Δήμητερ, κουροτρόφε, ὀλβιοδῶτι, πλουτοδότειρα θεά, σταχυοτρόφε, παντοδότειρα, εἰρήνηι χαίρουσα καὶ ἐργασίαις πολυμόχθοις, σπερμεία, σωρῖτι, ἀλωαία, χλοόκαρπε, ἣ ναίεις ἁγνοῖσιν Ἐλευσῖνος γυάλοισιν, ἱμερόεσσ᾽, ἐρατή, θνητῶν θρέπτειρα προπάντων, ἡ πρώτη ζεύξασα βοῶν ἀροτῆρα τένοντα καὶ βίον ἱμερόεντα βροτοῖς πολύολβον ἀνεῖσα, αὐξιθαλής, Βρομίοιο συνέστιος, ἀγλαότιμος, λαμπαδόεσσ᾽, ἁγνή, δρεπάνοις χαίρουσα θερείοις· σὺ χθονία, σὺ δὲ φαινομένη, σὺ δε πᾶσι προσηνής· εὔτεκνε, παιδοφίλη, σεμνή, κουροτρόφε κούρα, ἅρμα δρακοντείοισιν ὑποζεύξασα χαλινοῖς   ἐγκυκλίοις δίναις περὶ σὸν θρόνον εὐάζουσα, μουνογενής, πολύτεκνε θεά, πολυπότνια θνητοῖς, ἧς πολλαὶ μορφαί, πολυάνθεμοι, ἱεροθαλεῖς. ἐλθέ, μάκαιρ᾽, ἁγνή, καρποῖς βρίθουσα θερείοις, εἰρήνην κατάγουσα καὶ εὐνομίην ἐρατεινὴν καὶ πλοῦτον πολύολβον, ὁμοῦ δ᾽ ὑγίειαν ἄνασσαν.

Σήμερα η παιδεραστία ονομάστηκε Παιδοφιλία. Αυτό πέρα από το γεγονός ότι αποτελεί κατάχρησιν και κακοποίησιν της Ελληνικής γλώσσας (μήπως θα είναι η πρώτη φορά; Εδώ έχουμε ταυτίσει τις Λεσβίες με την ανωμαλία ενώ είναι οι κάτοικοι της Λέσβου) ουσιαστικά δημιουργεί τις ακριβώς αντίθετες εντυπώσεις από αυτές που πρωτογενώς υποπτευόμαστε. Δεν κατηγορεί ο όρος «Παιδοφιλία» το αίσχος της παιδεραστία αλλά το ακριβώς αντίθετον. Υποσυνειδήτως το εξευμενίζει. Αντί να χαρακτηρίσουμε τον άνθρωπο-ζώο παιδοκάπηλο ή όπως αλλιώς, επέλεξαν οι «ειδικοί» έναν φιλικόν όρον (φίλος) που δεν χτυπάει τόσο άσχημα στα αυτιά μας. Δηλαδή ο όρος «παιδόφιλος» είναι πολύ πιο πονηρός από όσο νομίζουμε (θεωρώ) και θα έπρεπε αν είχαμε σοβαρό κράτος να απαιτήσουμε από την παγκόσμια κοινότητα να τον αλλάξει διότι δεν είναι δυνατόν η λέξις που εμπεριέχεται στην «Φιλοσοφία», την «φιλοπατρία» και σε ένα κάρο ακόμη λέξεις, να δαιμονοποιείται ή καλύτερα αφού δεν μπορεί να δαιμονοποιηθεί ο «φίλος» ουσιαστικά να αγγελοποιούνται τα ανθρώπινα κτήνη δια της καπηλεύσεως της «φιλίας».

Ίσως το καλλίτερο θα ήταν να υπήρχε ένα συμβούλιον Ελληνικής γλώσσης που να εδρεύει σε κάποιο ιστορικό σημείο της Ελλάδος, χωρίς την έγκρισιν του οποίου δεν θα μπορεί να κατοχυρωθεί κάποιος όρος στην διεθνή κοινότητα. Δεν είναι δυνατόν ο κάθε ανθέλληνας να κατασκευάζει γλωσσικούς όρους όπως γουστάρει. Αλλά είπαμε, αυτά προϋποθέτουν σοβαρό Ελληνικό κράτος.

Advertisements

Δυστυχῶς ἡ παγκοσμιοποίησις τὴν ἐπάτησεν. Προσπαθεῖ  ἐπιβάλλειν τὸν πολυπολιτισμόν καὶ ‘ς την Ἑλλάδαν, ὅμως ἔπεσεν σὲ ἕναν τεράστιον ὀλίσθημαν. Ἐδῶ δέν εἶναι παῖξον-γέλασον. Ἐδῶ εἶναι ἡ Ἑλλάς, τὸ λίκνον τοῦ πολιτισμοῦ καὶ ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες ἔχουμε ἕνα κακόν κουσούρι . Ὁμιλοῦμε ἑλληνικά…ἀκόμη.

Τί σημαίνῃ αύτό; Ὅτι αἱ λέξεις που χρησιμοποιοῦμε δέν εἶναι ούγκ, μούγκ, μι Τάρζαν- γιού Τζέιν.
Ἐδῶ αἱ λέξεις ἔχουν διαφανείαν, ὀρθογραφίαν, ἐμπεριέχουν δὲ συμπυκνωμένας έννοίας, φιλοσοφίαν κἂ.

Ἐρώτησεν οὖν ἡ γνωστὸς δημοσιογράφος τοῦ διεθνιστικοῦ, πολυπολιτισμικοῦ, νεοταξιτικοῦ, ἐθνομηδενιστικοῦ καὶ ἱστοριομπερδευτικοῦ ΣΚΑεΙ (στὸ 3:45 τοῦ ἀκολούθου βίντεο) ἀπευθυνόμενος στὸν Κασιδιάρη τῆς Χρυσῆς Αὐγῆς :

«Ἔτσι τὴν ἐννοεῖτε τὴν κοινωνικήν ἀλληλεγγύη;» ταυτίζουσα τὴν κοινωνικήν αλλυλεγγύην μὲ κάποιας μορφῆς φιλανθρωπίαν καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ Χ.Α. θὰ ἔπρεπε νὰ μοιράζει τρόφιμα καὶ σὲ λαθρομετανάστας, οὐ μόνον τοῖς Ἕλλησιν.

Μὰ ἀγαπητή Τσαπανίδου, ἀκριβῶς αὐτό εἶναι ἡ κοινωνική ἀλληλεγγύη. Ἡ βοήθεια δηλαδή ἀπό Ἕλληνες εἰς Ἕλληνες.
Ἀν δὲν τὸ πρόσεξες, ἡ κοινωνία γράφεται μὲ ὂ μικρόν-ἰῶτα. Ἐντάξει, στὴν ἀργκό λέμε καὶ ἀπό καμίαν φοράν «κενωνία» ὅμως κανονικά γράφεται μὲ ‘οι’.
Τί σημαίνῃ αὐτό;
Μὰ ὅτι ρίζα τῆς «κοινωνίας» εἶναι τὸ «κοινόν», τὸ ἴδιον δηλαδή, τὸ ὅμοιον.

Μὲ λίγα λόγια κοινωνία σημαίνει τὸ σύνολον ἐκεῖνο τῶν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ἔχουν κοινά στοιχεία καὶ ζοῦν μαζί. Σὲ ἀντίθεσιν μὲ τὀ ἔθνος τὸ ὁποῖον δύναται εἶναι διεσκορπισμένον, κοινωνία συνθέτουν ἐκεῖνα τὰ μέλητοῦ ἔθνους τὰ ὁποῖα ζοῦν μαζί. Εἶναι δηλαδή ἡ κοινωνία ἕνα ἐθνικόν ὑποσύνολον καὶ τὰ μέλη της ἔχουν τὰ ἴδια χαρακτηριστικά μὲ αἀτά τοῦ ἔθνους, ἔχουν δηλαδή τὸ ὁμότροπον, τὸ ὁμόγλωσσον, τὸ ὁμόθρησκον. Οἱ λαθρομετανάστες δὲν ἀνήκουν στὴν κοινωνίαν ἡμῶν καὶ ἀς ζοῦνε μαζί μᾶς, διότι δέν μᾶς συνδέει τίποτε τὸ κοινόν.

Ἀκριβῶς γιὰ αὐτόν τὸν λόγον ἡ πολυπολιτισμική καὶ πολυφυλετική κοινωνία εἶναι ἕνα ἀκόμη σύντομον ἀνέκδοτον. Πολυφυλετισμόν εἴχαμε καὶ κατά τοὺς ὀθωμανικούς χρόνους ὅμως αἱ κοινωνίαι ἧτο ἐθνικαί. Σὲ ἄλλα χωρία ζοῦσαν οἱ ἐκτουρκισμένοι, σὲ ἄλλους μαχαλάδες, σὲ ἄλλα σοκάκια. Ἀλλοῦ ζοῦσαν οἱ Ἀρμένιοι, ἀλλοῦ οἱ Ἑβραῖοι, ἀλλοῦ οἱ Ἕλληνες καὶ ἀλλοῦ οἱ Τοῦρκοι. Ὅλοι ὑπέκουαν στοὺς ἰδίους νόμους τῆς Ὀσμανικῆς «πολιτείας» ὅμως δὲν ἀπετελοῦσαν μίαν κοινωνίαν ἀλλά πολλὰς, τίς λεγόμενες κοινότητες.  Γενικότερα ὁ πολυπολιτισμός εἶναι μία μποῦρδα καὶ ἡμίσεια, δέν ὑπῆρξεν, δέν ὑπάρχει, δέν πρόκειται ποτέ νὰ ὑπάρξει. Αὐτό καὶ ἐάν εἶναι σύντομον ἀνέκδοτον: «πολυπολιτισμός».

Βεβαίως οϊ μαρξοπαθείς δέν χάνουν εὐκαιρίαν νὰ βάζουν τὴν γνωστή μπουρδοσάλτσα των σὲ κάθε διαδικτυακή των ἀπόπειρα.
Γράφει λ.χ. το βικιλεξικό στὴν ἀγγλικήν του ἔκδοσιν ἐπί τοῦ λήμματος «Κοινωνία»:
« Κοινωνία society (group of people sharing culture).

Γράφουν καὶ «οι δικοί μας» μαρξοχτυπημένοι στὸ ἴδιο λῆμμα: «σύνολο ανθρώπων που ζουν οργανωμένα και σύμφωνα με συγκεκριμμένους κανόνες
στην αρχαιότητα υπήρχαν αρκετές μητριαρχικές κοινωνίες
ο καπιταλισμός δεν πιστεύει στην αταξική κοινωνία
»

Δέν χάνουν εύκαιρίαν. Ἔχουν γεμίσει τὸ διαδίκτυον μὲ προπαγάνδα καθῶς ἔχει γεμίσει καὶ τὸ κεφάλι των ἀπό «ταξική πάλη», «ταξικούς ἀγώνας» καὶ καπιταλιστικά φαντάσματα. Πάνω στὴν προσπαθείαν των νὰ τὰ κάμνουν ὅλα κομμουνιστικά, ἀλλάζουν καὶ τὰς ἐννοίας τῶν λέξεων.
Μὰ βρὲ πανηλίθιοι, οἱ νόμοι κάνουν τὴν κοινωνία; Καὶ οἱ τσιγγάνοι ζοῦν σήμερον στὸ Ἑλληνικόν κράτος, ἄρχονται ἀπό τοὺς ἰδίους νόμους ὅμως ἔχουν δικήν των κοινωνίαν.

Ἄλλη βεβαίως μεγάλη παπαριά εἶναι ἡ «κοινωνία τῶν ἐθνῶν», ὅρος ποὺ ὁμοιάζει μὲ εὐχή καθῶς ἡ κοινωνία ἀφορᾶ μοῦνον ἕνα ἔθνος. Δέν μπορεῖ νὰ εἶναι πολυεθνική μία κοινωνία καθῶς ἀναφέρεται στους κοινούς (ὁμοίους) ἀνθρώπους καὶ ὄχι στοὺς ἀνομοίους.

Λυπούμαστε λοιπόν κυρία Τσαπανίδου ἀλλά ἀκριβῶς αὐτό ἔπραξεν ἡ Χρυσή Αυγή, κοινωνικήν ἀλληλεγγύην στὴν κοινωνίαν τῶν Ἑλλήνων τῷ γένει (τῶν μόνων Ἑλλήνων δηλαδή), ἀλληλεγγύη στοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους ποὺ συνδέονται ἀπό κοινά στοιχεία. Ὁ έθνοσοσιαλισμός (ναζισμός) γιὰ τὸν ὁποῖον κατηγορεῖται ἡ Χρυσή Αυγή εἶναι ὁ ὁρισμός τῆς κοινωνίας (τοῦ κοινωνισμοῦ ἴσως καλλίτερα) γιατί ἡ «κοινωνία» ὡς λέξις ἐνσωματώνει καὶ τὸ ἔθνος καὶ τὴν ἀλληλεγγύη. Συνεπῶς καὶ ὁ ἐθνοσοσιαλισμός εἶναι ὅρος νεοβαρβαρικός, τὸ σκέτο «κοινωνία»ἀρκεῖ καὶ γιὰ τὸν ἐθνικισμόνκαὶ γιὰ τὸν σοσιαλισμόν.

Ἀν λοιπόν ἡ Χρυσή Αὐγή διένεμε τρόφιμα καὶ σὲ παρανόμους μετανάστες (ὑπάρχουν ἄραγε νόμιμοι στὴν Ἑλλάδα;) τότε θὰ ἐνεργοῦσε ἀντικοινωνικῶς, ἀφοῦ μὲ τοὺς Ἀλβανο-Πακιστανο-Αφγανο-Μπαγκλαντεσιο-Νιγηριανούς δὲν ἔχουμε κανένα κοινόν στοιχεῖον, οὖτε καὶ θὰ ἀποκτίσωμεν ποτέ, συνεπῶς δὲν ἀνήκωμεν στὴν ἴδια κοινωνίαν.