Τὸ κοτόπουλον δέν τρώγεται.

Posted: 5 Ἀπριλίου, 2013 in Γλώσσα
Ἐτικέττες:, ,

«Ἐπολέμησεν ὡσάν λιοντάριν».

Καὶ μετά μιλᾶμε γιὰ γλωσσική ἐξέλιξιν καὶ ὄχι γιὰ ἐκφυλισμόν.
Αὕριον-μεθαύριον θὰ λέμε γιὰ ἕναν γιγαντόσωμον ἥρωαν ὅτι πολέμησε σὰν λιονταράκι καὶ αὐτό θὰ εἶναι δηλωτικόν ἀνδρισμοῦ καὶ ἡρωισμοῦ.

Τὸ λιοντάρι εἶναι ΥΠΟΚΟΡΙΣΤΙΚΟΝ. Λέων → λεοντάριον → λιοντάρι.
Δὲν εἶναι δηλαδή ὁ ἴδιος ὁ λέων μὲ τὴν χαίτη του καὶ τοὺς τρομερούς του ὁδόντας ἀλλά μᾶλλον τὸ λεοντόπουλον. Το λεοντάριον δηλαδή εἶναι ἕνα τσαχπινοπιπιλογαργαλιάρικο γατάκι ἔχον τὸν νοῦν  ἀποκλειστικῶς ‘ς τὸ παιχνίδι.

Λιοντάρι

Σὲ κάποια στιγμή ὅμως, δὲν ξέρω πότε, τὰ ὑποκοριστικά ἄρχισαν νὰ ὑπερκορίζονται μαζικῶς, νὰ μεγαλώνουν καὶ νὰ ἀντικαθιστοῦν τὰ οὐσιαστικά ἐκ τῶν ὁποῖων παρήχθησαν. Δὲν εἶναι μόνον τὸ λεοντοπουλάριον ποὺ ἐμεγάλωσεν. Ἐμεγάλωσεν καῖ τὸ κοτόπουλον, τὸ καρύδιον, τὸ ἀμανιτάριον, τὸ ἀρχίδιον καὶ γενικῶς τὰ περισσότερα ποὺ ‘ς τὴν σημερινή γλώσσαν λήγουν σὲ -δι, -κι, -ρι.

Τὸ κοτόπουλον λ.χ. σίγουρα δὲν εἶναι ἡ κότα. Ἄλλο πράγμα ἡ κότα, ἄλλον τὸ κοτόπουλον. Τὸ πουλί γενικότερα εἶναι τὸ μικρόν. Λυκόπουλον (τὸ μικρόν τοῦ λύκου), γουρουνόπουλον (τοῦ χοίρου), ἀρχοντόπουλον (τοῦ ἄρχοντος| «ρηγόπουλο, αφεντόπουλο» γράφει ὁ Βιτσέντζος Κορνάρος), βλαχόπουλον (τὸ μικρόν βλαχάκι) κλπ.
Πουλί δὲν εἶναι τὸ πτηνόν. Πουλί μπορεί νὰ εἶναι ὁτιδήποτε.
Τὸ κοτόπουλον βεβαίως δὲν λήγει σὲ -δι, -κι, -ρι, εἶναι ἐνδεικτικόν ὅμως τοῦ πῶς μεγαλώνουν τὰ ζώδιαν ‘ς τὴν γλώσσαν ἡμῶν. Καὶ για νὰ ἀκριβολογοῦμε τὸ κοτόπουλον δὲν εἶναι κὰν ἡ νεαρά ὄρνις ἀλλά τὸ μικρόν, χνουδωτόν τε χαριτωμένον, ἄρτι ἐκκολαυθέν καὶ μή εδώδιμον κλωσόπουλον.

Μήπως ὅμως περιποιεῖ τιμήν γιὰ κάποιον νὰ καυχιέται ὅτι εἶναι ἄνδρας μὲ ἀρχίδια;
Δηλαδή; Δηλαδή ὑπερηφανεύεται κάποιος ὅτι τὰ ἔχει μικρά. Εἶναι λογικόν γιὰ κάποιον μὲ ἀρχίδια νὰ τὰ ἔχει σὰν καρύδια καὶ νὰ πολεμάει σὰν λεοντάριον ὅμως ὁ ἄνδρας ὁ βαρβάτος ἔχει ὄρχεις καὶ μάχεται σὰν τὸν λέοντα.

Ἴσως χαρακτηριστικότερο παράδειγμα νὰ εἶναι αύτό τοῦ κυνός που ἔγινε σκυλί, ἀπό τὸ ἀρχαῖον «σκύλαξ» που ἦτο τὸ σημερινόν κουτάβι. Χάθηκε δηλαδή μιά ὁλόκληρος λέξις, ὁ κύων γιατί προτιμήσαμε τὰ μικρά, τὰ χαριτομένα.

Ἐπειδή ὅμως ἡ γλῶσσα ἔχει ἀνάγκη ὑποκοριστικῶν, ἐδημιούργησεν ἄλλα, διαφορετικά σὲ κάθε περιοχήν τοῦ κολοσσιαίου Ἐλληνικοῦ χώρου, που φυσικά δὲν εἶναι αὐτή ἡ μικρά Ἑλλάς που βλέπομε σήμερον. Καταλήξεις -άκι (Κρήτη), -ούδ (Θράκη), -όπον (Πόντος) καὶ ἔτσι ἐδημιουργήθησαν λέξεις ὑβριδικά τέρατα ὅπως λ.χ.  λιονταράκι ή λιονταρόπον κλπ. Ἐνα φαινόμενον ποὺ ὁνόμασα ὑφυποκορισμόν χωρίς νὰ εἶναι βέβαιος γιὰ τὴν ἐπιλογήν μου (ἴσως ἐφυποκορισμός, δισυποκορισμός ἤ κάτι ἄλλον νὰ ἦτο σωστότερον). Δηλαδή ὑποκοριστικά ἐπί ὑποκοριστικῶν.

Τὶ ἄλλο ὅμως παρατηροῦμε πέρα ἀπό τὴν ὑπερμεγέθυνσιν τῶν ὑποκοριστικῶν;
Ὅτι χάνουν τὰ γένη των. Ὁ ἀρσενικός λέων γίνεται τὸ οὐδέτερον λιοντάρι(ον), ἡ ῥοιά → ρόδι(ον), ὁ παῖς → τὸ παιδίον, ὁ ὄνυξ → τὸ νύχι, (τὸ ἐλάδιον|λάδι, χταπόδι κἂ)· καὶ γενικότερα ἐδημιουργήθη ἔνα γλωσσικόν βασίλειον τῶν οὐδετέρων (οὐδέ-ἕτερον). Κάτι ἀνἀλογον συμβαῖνει καὶ ἐπί τῶν ἡμερῶν μας μὲ τὴν κατάργησιν τῶν τελικών -ξ, -ρ καὶ εἰδικῶς τοῦ -ν. Μὲ τὴν μή χρησιμοποίησιν τοῦ -ν χάνεται ἡ αἴσθησις τοῦ γἐνους (λ.χ. το λέοντα, το Χάρωνα, αντί τον λέοντα, τον Χάρωνα).

Μέ ὅλα τὰ παραπάνω συμπεραίνω ὅτι τὸ φαινόμενον τῆς ἀλλαγῆς τῶν ὀνομάτων καὶ ἀντικαταστάσεὼς των ἀπό τὰ ἀντίστοιχα ὑποκοριστικά μᾶλλον ἔχει νὰ κάνει μὲ κάποιο κοινωνιολογικόν φαινόμενον, ποῖος ξέρει; ἴσως σὲ κάποια ἐποχή τὰ παιδία νᾶ ἔμεναν περισσότερο μὲ τὰς μητέρας των ποὺ τὰ ὑπερχαϊδευαν ἤ κάτι ἄλλο. Ἴσως ἀλλέως, μὲ ἄλλην ψυχολογίαν νὰ μεγαλώνει ἕνας παῖς καὶ ἀλλέως ἕνα παιδίον.
Εἶναι μυστήριον πάντως πῶς ἔγινε αὐτή ἡ κοσμογονική ἀλλαγή.

Καί σήμερον ὅμως ὅποιος παρακολουθήσει τηλεοπτικὰς ἐκπομπὰς μαγειρικῆς παρατηρεῖ τοῦς μαγείρους νὰ λένε «βάζουμε λίγη ντοματούλα», «κόβουμε τὸ κρομμυδάκι», «ρίχνουμε τὸ ἀλατάκι μας» κλπ, δηλαδή ἡ ὑποκοριστομανία καλά κρατεῖ καὶ ἀντί νὰ κάμωμεν τὴν τρίχα τριχιά, ποιοῦμε τὴν τριχιάν τρίχαν.

Advertisements
σχόλια
  1. Ὁ/ἡ Ἀνώνυμος γράφει:

    Στράβωνα, κύκνειο άσμα της διαστροφής των λέξεων είναι και η φρικτή λέξη “ελληνόπουλο” που δυστυχώς χρησιμοποιείται συχνά. Λές και πρόκειται για γένος κοτών… Αίσχος

    • Ὁ/ἡ Στράβων Αμασεύς γράφει:

      Τ’ ἀκριβῶς ἀντίστροφον. Πουλί ΔΕΝ εἶναι ἡ κότα. Μᾶλλον εἶναι αὐτό ποὺ λέμε πουλάρι (πῶλος*, τὸ μικρόν τοῦ ἵππου) τὸ ὁποῖον διὰ τῆς ποιήσεως ἐγενικεύθη σὲ ὅλον τὸ ζωικόν βασίλειον, ἀνθρώπου συμπεριλαμβανομένου.

      Μᾶλλον διαστροφική εἶναι ἡ ὁρολογία ‘πουλερικά’ ποὺ ταυτίζει τὰ πουλία μὲ τὰς ὄρθνιθας.

      * «Ἀνήρ τις ἐπωχεῖτο ἵππῳ τινὶ θηλείᾳ ἐγκύῳ οὔσῃ, καὶ ὁδοιποροῦντος αὐτοῦ ἡ ἵππος πῶλον ἀπέτεκεν. ὁ δὲ πῶλος κατόπιν αὐτῆς εὐθὺς πορευόμενος καὶ ταχέως ἰλιγγιάσας πρὸς τὸν τῆς ἰδίας μητρὸς ἐπιβάτην ἔλεγεν “ἰδού, ὁρᾷς με βραχύτατον καὶ πρὸς πορείαν ἀδύνατον· γίνωσκε δέ, ὡς εἰ ἐνταῦθά με καταλίπῃς, αὐθωρὸν διαφθείρομαι, εἰ δ’ ἐντεῦθεν ἄρῃς με καὶ ἀπαγάγῃς ἐν οἴκῳ καὶ ἀνατραφῆναι ποιήσῃς, οὕτως αὐξυνθεὶς ἐν ὑστέρῳ ἐποχεῖσθαί μοι ποιήσω σε.»

      • Ὁ/ἡ Ἀνώνυμος γράφει:

        ..δεν αντιλέγω, εξ άλλου το ανέλυσες στο κείμενό σου.Απλώς αναφέρω τη συχνή χρήση της λέξεως “ελληνόπουλο” (που σε εμένα φαίνεται απαίσια- στην καθομιλουμένη ο συνειρμός φέρνει -ενδεχομένως εσφαλμένα όπως λές- σε κοτα η εν πασει περιπτώσει σε.. “ζωάκι”) αντί των ωραιότατων – και κατα την άποψή μου, πόσο εύηχων!!- λέξεων: ΕΛΛΗΝ και ΕΛΛΗΝΙΣ (νεαρός-νεαρά)

        …πρέπει να πω οτι με παρασύρει η ορθογραφία σου! Ζητώ προκαταβολικά συγνώμη για τη δική μου.

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...