Πολιτισμός κολάκων, Ἑλληνική γλῶσσα καὶ διανυσματικοί χῶροι

Posted: 5 Δεκεμβρίου, 2010 in Γλώσσα, Πολιτισμός
Ἐτικέττες:, , , , , , ,

Kαλά τα κάνεις, απλοποίησε τη ζωή σου, μην ψάχνεις και πολύ τον εαυτό σου, τα πάντα γυρίζουν γύρω από εσένα, κατανάλωνε….

Τα πάντα γύρω μας βασίζονται στην προώθηση του εύκολου τρόπου ζωής, του ευδαιμονισμού. Η αναζήτηση της γνώσης και της εφαρμογής της βρίσκεται σε δεύτερο, σε τρίτο, σε νιοστό πλάνο στην αναζήτηση της ευτυχίας. Και εμείς φυσικά, εθισμένοι στον ευδαιμονισμό έχουμε αντικαταστήσει τη θήρα της σοφίας με αυτήν των προϊόντων και έχουμε αναγάγει το ιδιωτεύειν από μεγίστη ντροπή σε μαγκιά και παλικαριά.

Μέσα σε αυτήν την τάση της εύκολης ζωής εντάσσεται και αυτή της εύκολης έκφρασης. Οι λέξεις δηλαδή έπαψαν να είναι οντότητες δικτυωμένων εννοιών, απομονώνονται και καταναλώνονται κατά τεμάχιο όπως βέβαια και τα πάντα στη σύγχρονη ζωή μας.

Προτού όμως μιλήσουμε για τις λέξεις ας αναφερθούμε σε μια άλλη σύγχρονη και εμφανώς δικτυωμένη γνώση αυτήν της πληροφορικής. Μπορεί ένας χρήστης να πληρώσει πολλά για να διδαχθεί τον χειρισμό ενός λογισμικού εφαρμογών (πχ Microsoft Word) για να κάνει τη δουλειά του αλλά ταυτόχρονα να είναι παντελώς ανίδεος αναφορικά με άλλες βασικές γνώσεις πληροφορικής.

Μα, θα πει ο αντίλογος, τι με χρειάζονται οι λοιπές βασικές γνώσεις όταν εγώ θέλω μονάχα να γράφω κείμενα;

Χρειάζονται γιατί οι βασικές και θεμελιώδεις γνώσεις γεννούν γνώσεις. Μπορεί δηλαδή κάποιος να μάθει το χειρισμό του λογισμικού που επιθυμεί να διδαχθεί χωρίς καν να τον διδαχθεί ενώ αντιστρόφως υπάρχει περίπτωση κάποιος να μάθει να χειρίζεται άψογα το word και να μην μάθει τίποτα άλλο. Αυτό θα έχει επιπτώσεις στην μαθησιακή του δεκτικότητα καθώς θα χάνεται κάθε φορά που θα αλλάζει ακόμη και η διεπαφή (interface) του λογισμικού, ακόμη και αυτού που θα έχει αυτός διδαχθεί.

Αναφερθήκαμε σε δικτυωμένη γνώση. Τι εστί δίκτυον; Το δίκτυον ως λέξη είναι το νεοελληνικό δίχτυ. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά ενός δικτύου;

Δεν χρειάζεται να ανατρέξουμε σε ειδικές βίβλους πληροφορικής, αρκεί να σκεφτούμε πολύ απλά το πώς λειτουργεί ένα κοινό δίχτυ. Κάθε κόμβος συνδέεται με άλλους κόμβους μέσω συνδέσεων, αποτελεί ένα πολύ μικρό τμήμα του όλου του δικτύου αλλά κάθε βλάβη σε κόμβο ή σύνδεση του δικτύου καθιστά βλαμμένο (βλάβη) άρα μειωμένης λειτουργικότητας το σύνολο του δικτύου. Για την απρόσκοπτη δηλαδή λειτουργία του δικτύου απαιτείται η απουσία ακόμη και τοπικών βλαβών.

Κάθε κραδασμός σε οποιοδήποτε σημείο του δικτύου επηρεάζει λίγο ή πολύ όλο το δίχτυ και αν ασκηθεί μεγάλη συγκεντρωμένη πίεση σε κάποιο σημείο του τότε έχουμε ρήξη του δικτύου στο σημείο αυτό. Άσχετα όμως από το πλήθος των κόμβων, το δίκτυον υφίσταται τότε και μόνον όταν υπάρχει το βασικό του πλαίσιο από όπου αρχίζουν και όπου καταλήγουν κόμβοι, η τάση συνδέσμων των οποίων επηρεάζεται αν καταστραφούν πολλοί συνδεδεμένοι υποκόμβοι.

Υπάρχουν τέλος δίκτυα διαφόρων μορφών (τριγωνικά, τετράγωνα, πολύγωνα) και κάθε γωνία αποτελεί βασικό, θεμελιώδη κόμβο του δικτύου. Μπορεί να υποστεί βλάβη το δίχτυ αν καταστραφεί κάποιος κόμβος αλλά το δίχτυ διαλύεται αν καταστραφεί κάποιος εκ των θεμελιωδών.

Όταν λοιπόν κάποιος επίδοξος χειριστής ενός λογισμικού εφαρμογών μάθει τελικά να το χειρίζεται, στην ουσία το μόνο που καταφέρνει είναι να μπορεί να «καθίσει» πάνω σε έναν κόμβο του δικτύου των γνώσεων της πληροφορικής αλλά είναι αδύνατον να μεταφερθεί σε άλλον κόμβο, ακόμη και αν βλέπει μπροστά του την σύνδεση, καθώς δεν θα γνωρίζει ποια από τις διαθέσιμες συνδέσεις είναι η κατάλληλη. Στην ουσία δηλαδή η γνώση που αποκτά είναι στείρα και τον καθιστά αβέλτερο γνώσεων. Είναι, θα λέγαμε μάταιο, να σκοτώσεις τον Μινώταυρο αν δεν γνωρίζεις την διαδρομή για να βγεις από τον λαβύρινθο.

Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τη γλωσσομάθεια. Το σύγχρονο μάταιο ζητούμενο είναι να μπορεί κάποιος να εντυπωσιάσει με βαρύγδουπες λέξεις και προτάσεις, να συντάσσει τα γραφόμενα του με αυστηρώς τυποποιημένο τρόπο αναλόγως επαγγέλματος και να χρησιμοποιεί συγκεκριμένες ορολογίες, κατανοητές μόνον από ομοίους του, ακατανόητες δε από τους υπολοίπους που είναι και αυτοί εγκλωβισμένοι μέσα στο δικό τους υποδίκτυον τυποποιημένων λεκτικών τύπων.

Πως όμως είναι δομημένο το γλωσσικό δίκτυον;

Υπάρχουν συγκεκριμένες λεκτικές ρίζες που αποτελούν τους θεμελιώδεις κόμβους του δικτύου. Πχ ο κόμβος *μέρφ- είναι θεμελιώδης του Ελληνικού γλωσσικού δικτύου με πλησιέστερο υπόκομβο την λέξη μορφή.

Στην Ελληνική γλώσσα διαδραματίζουν τεράστιο ρόλο οι προθέσεις (προ-τίθημι με βασική ρίζα *θη-) προ-, περι-, παρα-, δια-, επι-, υπο-, μετα-, υπερ-, κατα-, εν-, συν-, ευ-, δυσ-, … κλπ οι οποίες είναι γεωμετρικές* (περι, παρά), αριθμητικές* (συν, δις, ημί), διάθεσης* (υπερ, κατά) κλπ. Στην ουσία δηλαδή οι προθέσεις είναι εργαλεία μετακινήσεως της θέσεως των λέξεων (μετα-τοπίσεως) κατά ανάλογο τρόπο στο λεκτικό δίκτυο, κατατοπίζοντας επακριβώς τον ακροατή ή αναγνώστη για την θέση της, εκπεφρασμένης προφορικώς ή γραπτώς αντιστοίχως, έννοιας.

Έτσι τουλάχιστον θα έπρεπε να είναι τα πράγματα καθώς αγνοούμε ακόμη και την ίδια την ύπαρξη μας που δεν είναι άλλη από την ουσία μας. Αυτό διότι αν γνωρίζαμε την ουσία μας θα γνωρίζαμε ότι αυτή προέρχεται από τη θηλυκή μετοχή οὖσα του εἰμί και επομένως θα γνωρίζαμε ότι η περι-ουσία μας δεν είναι η ουσία της ύπαρξης μας αλλά ό,τι κείται πέριξ αυτής.

Δεν καταστρέφουμε μήπως τον κόμβο χαίρω όταν αντικαθιστούμε το ευχαριστώ με το ξενικό thanx; Δεν αποδυναμώνουμε τον σύνδεσμο ευ που μετατοπίζει εννοιολογικά τον κόμβο χαίρω κατά ποιοτικό τρόπο;

Καλά όλα αυτά αλλά που κολλάει ο τίτλος περί κολάκων, του άρθρου;

Κολλάει στο εξής σημείο. Από την αρχή ως το τέλος του εκπαιδευτικού μας συστήματος αλλά και στην μετέπειτα καθημερινότητα μας, ποτέ κάποιος δεν κατεύθυνε την σκέψη μας στο βάθος των μηχανισμών λειτουργίας της γλώσσας μας. Έχουμε θεοποιήσει τόσο πολύ τη δημοτική γλώσσα που κολακεύουμε την απλότητα και επικρίνουμε την πολυπλοκότητα σκέψης. Εκπαιδευόμαστε καθημερινά να αποφεύγουμε τα δύσκολα έργα, τις δύσκολες σκέψεις. Αυτές ανήκουν στους ειδικούς, εμείς οι κοινοί θνητοί πρέπει να τρεφόμαστε με απλές μασημένες τροφές σε όλα τα επίπεδα από τη γλώσσα μέχρι την εργασία. Έτσι οποιαδήποτε αναφορά σε κάτι δυσκολότερο ως προς τη γλώσσα, είναι κατακριτέο καθώς είναι ένδειξη αρχαιομανίας και ίδιον των Ελληναράδων εθνικιστών. Στο σχολείο δε το παιδί έχει πάντα δίκιο, σαν τον πελάτη, και δεν πρέπει να του φορτώνουμε το μυαλό με περίπλοκα και δύσκολα θέματα. Η διδασκαλία γίνεται με μεθοδολογία μεν αλλά όχι με μέθοδο.

Η διαφορά της μεθοδολογίας από την μέθοδο είναι ότι η μεν αφορά μηχανιστικούς τρόπους αντιμετώπισης καταστάσεων η δε δεύτερη αφορά την λειτουργία των ιδίων των μηχανισμών, η μεν είναι συντηρητική η δε προοδευτική. Βάση ετυμολογίας βέβαια η μεθοδολογία θα έπρεπε να σημαίνει την εμβάθυνση στη λογική αλλά αυτό δεν συμβαίνει στην πράξη όπου η μεθοδολογία αφορά αυτοματισμούς επίλυσης ζητημάτων.

Αυτό βέβαια ίσως να έχει ακόμη να κάνει με την διαμάχη του γλωσσικού ζητήματος, οι διχασμοί εξάλλου έχουν μακροπρόθεσμα αποτελέσματα και αφήνουν πληγές. Αν αναλογιστούμε μόνον πόσα χρόνια τώρα πληρώνουμε τον εθνικό διχασμό βασιλέως Κωνσταντίνου- Ε.Βενιζέλου και πόσο ψηλά σηκώνονται οι διαχωριστικές γραμμές, τότε ίσως να είναι κατάλοιπό του γλωσσικού ζητήματος που μας ακολουθεί ακόμη παρ’ όλη την αλλαγή των δεδομένων. Οι περισσότεροι Έλληνες ήταν αναλφάβητοι στην εποχή του γλωσσικού πολέμου και υπήρχε πράγματι ζήτημα επικοινωνίας μεταξύ των καθαρευουσιάνων και των δημοτικιστών αλλά σήμερα, που όλοι έχουμε πρόσβαση στη γνώση, μπορούμε να εμβαθύνουμε γλωσσικά. Παρόλα αυτά οι κόλακες της απλοϊκότητας, αποθαρρύνουν οποιαδήποτε βουτιά στα βαθιά. Το ίδιο κάνουν και οι κόλακες της ξενομανίας.

Γιατί όμως κάποιος να είναι ξενομανής;

Τι οδηγεί κάποιον να υιοθετεί ξένες και άσχετες λέξεις αν δεν είναι το σύμπλεγμα της κατωτερότητας; Πότε κάποιος νοιώθει κατώτερος; Όταν έχει φιλοσοφικό έλλειμμα. Όταν δεν έχει σκοπό, δεν γνωρίζει γιατί πράττει και απλά πράττει χωρίς ουσιαστικό λόγο. Κοινώς πιθηκίζει αυτά που βλέπει στο άλλοτε τετράγωνο και νυν παραλληλόγραμμο γυαλί. Στην ουσία δηλαδή δεν αντιγράφει απλώς αυτά που ακούει αλλά «κρεμάει» την ύπαρξη του, δηλαδή την ουσία του, από τυποποιημένα πρότυπα γιατί νοιώθει τα πόδια του να τρέμουν. Η ξενομανία δηλαδή είναι απλά το αποτέλεσμα της εσωτερικής ανασφάλειας. Ο ξενομανής δεν είναι αξιοθαύμαστος αλλά πραγματικά αξιοθρήνητος.

Αυτή η ανασφάλεια εξάλλου είναι και ο βασικός λόγος που οδήγησε την ποντιακή γλώσσα στο σημείο να κινδυνεύει με εξαφάνιση καθώς οι πόντιοι αντιμετωπίστηκαν από τους υπόλοιπους Έλληνες ως γραφικοί και ανόητοι, με αποτέλεσμα να απαξιώσουν τον ίδιο τους τον εαυτό και την ίδια τους την γλώσσα άρα και την γλωσσική τους περιουσία που είναι βασικό και χρησιμότατο τμήμα της ευρύτερης Ελληνικής. Όποιος γνωρίζει ποντιακά μπορεί να εντοπίσει σημεία στα οποία οι ποντιακές λέξεις είναι κατά πολύ ανώτερες από τις αντίστοιχες νεοελληνικές καθώς επίσης ότι η μουσικότητα και η έμμετρη εκφορά του λόγου των ποντίων διατηρεί πανάρχαια στοιχεία που χάθηκαν στον κυρίως Ελλαδικό χώρο.

Τώρα όμως είναι αργά για τέτοιες διαπιστώσεις, το παιχνίδι τελείωσε και μια πανάρχαια γλώσσα χάθηκε μέσα σε μόλις 20-30 χρόνια. Όπως όμως χάνεται καθημερινά η ποντιακή σύντομα θα ακολουθήσει φθίνουσα πορεία και η ίδια η Ελληνική αν δεν την τιμήσουμε έμπρακτα και όχι μόνο σε θεωρητικό επίπεδο.

Χρησιμοποιήσαμε παραπάνω τη λέξη παραλληλόγραμμο. Πόσοι αλήθεια δεν είχαμε συμμαθητές που δεν μπορούσαν να διακρίνουν τη διαφορά μεταξύ τετραγώνου και παραλληλογράμμου; Πόσοι δεν καταλάβαιναν ότι το τετράγωνο είναι πάντα παραλληλόγραμμο ενώ το παραλληλόγραμμο δεν είναι πάντα τετράγωνο; Ότι ο ρόμβος είναι πάντα παραλληλόγραμμο αλλά όχι πάντα τετράγωνο;

Απάντηση: πολλοί. Όσοι όμως καταλάβαιναν τη διαφορά, στην ουσία βαθιά μέσα τους δεν το έκαναν γιατί αντέγραφαν στο μυαλό τους την εικόνα του σχήματος του παραλληλογράμμου αλλά γιατί, έστω υποσυνειδήτως και ασυναίσθητα, ετυμολογούσαν την λέξη παρά-αλλήλων-γραμμών.

Αυτή η γλωσσική αναλυτικότητα μπορεί να διδαχθεί ακόμη και στα νήπια με κάποιον τρόπο. Χωρίς να είμαι παιδαγωγός θα έλεγα ότι ίσως με διάφορα παιχνιδάκια να μπορούσαν να διδαχθούν τα παιδιά τις βασικές προθέσεις. Ακόμη και τα παραμύθια που διαβάζουμε έχουν μια διαφορά από τον μύθο που με τη σειρά του έχει διαφορά από τον παραμυθητικό. Μπορεί παραδείγματος χάριν να ενταχθούν οι όροι (γλωσσικοί δικτυακοί σύνδεσμοι) περί, πέριξ, δια, επί στο παιχνίδι «γύρω γύρω όλοι» (περίμετρος, διάμετρος, επίκεντρον, …), μέχρι και το «άγω» μπορούν να μάθουν τα παιδάκια που έχει δεκάδες (αν όχι εκατοντάδες) παράγωγα (κυνηγός, φορτηγό, οδηγός κλπ) κλπ.

Η αλήθεια όμως είναι ότι δεν διδάσκουμε στα παιδιά τέτοιες λέξεις και έννοιες όχι γιατί φοβόμαστε μήπως δεν τις μάθουν αλλά από φόβο μήπως τελικά τις μάθουν και μας ξεπεράσουν. Από ζήλια και φθόνο ποιούμε τα παιδιά καθ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση μας για να μπορούμε να τα ελέγξουμε. Έτσι λοιπόν μπορεί να περάσει (όπως και πέρασε) η διδασκαλεία των αγγλικών στην πρώτη δημοτικού αλλά θα είχαμε τεράστιες αντιδράσεις αν τολμούσε κάποιος να προτείνει ένα ελληνικότερο σύστημα. Θα τον κατηγορούσαν για αρχαιολατρία και αρχαιομανία, για ακροδεξιά αντίληψη με εθνικιστικές τάσεις και συντηρητισμό. Ας μην αναφερθώ (προς το παρόν) στην χρησιμότητα του πολυτονικού συστήματος και την μουσικότητα και μέτρο της Ελληνικής γλώσσας γιατί ίσως κάποιοι να με φάνε ζωντανό.

Ίσως πάλι να μας κρατάν στο επίπεδο της περιφραστικότητας και της πολυλογίας για να μιλάμε μια γλώσσα απολύτως συμβατή με την αγγλική ώστε να είναι εύκολη η λέξη προς λέξη μετάφραση, να μας εντάσσουν δηλαδή σε ένα ευρύτερο αγγλοκετρικό γλωσσικό δίκτυο. Αν όμως συμβαίνει κάτι τέτοιο θα καταντήσουμε να χρησιμοποιούμε ένα γλωσσικό δίκτυο χωρίς γλωσσικούς συνδέσμους, άρα ένα μη δίκτυο. Ο χρήστης όμως ενός γλωσσικού μή δικτύου χάνει την ικανότητα σύνθεσης και αποσύνθεση λέξεων και εννοιών και επομένως χάνει σταδιακά την ικανότητα του σκέπτεσθαι.

Ήδη αυτήν την ικανότητα την έχουμε απολέσει κατά ένα μεγάλο ποσοστό με την αλλοίωση των εννοιών λόγω μακροχρόνιας αγραμματοσύνης εξαιτίας της τουρκοκρατίας. Οι διανοούμενοι όμως οφείλουν να μας οδηγήσουν ξανά στην γνώση όχι κολακεύοντας τις ατέλειες μας αλλά υποδεικνύοντας μας τη σωστή μέθοδο για την αναζήτηση της.

Ο σκοπός δεν είναι η διδασκαλεία όλων των κόμβων του γνωστικού μας δικτύου. Σκοπός είναι η διδασκαλεία του τρόπου (μέθοδος= μετά-ὁδός) για να βρίσκει ο καθένας εύκολα τον κατάλληλο κόμβο, χωρίς να φοβάται το ταξίδι της αναζήτησης. Γνώση είναι η ελευθερία να κινείται κάποιος πάνω στο δίχτυ χωρίς να φοβάται μήπως χαθεί ή μήπως σκοντάψει (ποντιακά: συμποδίεται = συν-πούς).

Ποιος όμως φιλόλογος του εκπαιδευτικού συστήματος μπήκε στον κόπο να μαγέψει ένα «θετικό» μαθητή, αναδεικνύοντας την μαθηματική και γεωμετρική υπόσταση της Ελληνική γλώσσας και ποιος μαθηματικός μπήκε ποτέ στον κόπο να αναζητήσει τις γλωσσικές έννοιες των μαθηματικών βιβλίων; Μπήκε ποτέ κάποιος στον κόπο να ετυμολογήσει τη λέξη απαρέμφατο; Ούτε καν την έμφαση (εν-φαίνομαι) δεν διδάσκουν, ίσως γιατί δεν μπορούν. Διότι η ἔμφασις είναι παράγωγο του φαίνομαι από το φαίνω (φέρνω στο φώς).

Μπήκε μήπως κάποιος μαθηματικός στον κόπο να αναζητήσει την σημασία του ημιτόνου; Τι είναι ο τόνος; Δεν ετυμολογείται από το τείνω; Δεν αναπαρίσταται γραφικά το ημίτονο ως ένα μισοτεντωμένο σχοινί; Πως ετυμολογείται η πρόσθεσις; Δεν είναι προς-θέσις του τίθημι;

Έγινε ποτέ κάποια γλωσσική συζήτηση σε κάποια αίθουσα αν η λέξη πχ παρημίτονο είναι σωστότερη από το συνημίτονο; Γιατί επελέγη το συν αντί του παρά; Μήπως επειδή οι γραφικές παραστάσεις τέμνονται; Τι είναι κλήρος και τι ολοκλήρωμα; Τι παράγωγος; Ποιος είναι ο αγωγός (οδηγός) και που αυτός άγει; Τι σχέση έχει το άγω με τον αγρό και με τον κλήρο του ολοκληρώματος; Μπήκε ποτέ κάποιος στον κόπο να συνδέσει τα δύο εγκεφαλικά ημισφαίρια για να συνδεθεί ο λόγος με τον αριθμό; Ακόμη και αυτόν τον ἀριθμό ποιος εκπαιδευτικός τον έχει ετυμολογήσει για να κατανοήσει ένα παιδάκι ότι παράγεται από το ἀραρίσκω, έχει υπόσταση όταν και μόνον όταν αναφέρεται σε ομαδοποιημένες οντότητες και είναι ομόρριζος των λέξεων ἀρετή, ἄρθρο, ἄρα, ἄριστος…; Το συμπέρασμα «ἄρα» έχει υπόσταση μόνον όταν αφορά οντότητες με κοινά χαρακτηριστικά, όταν υπάρχει κάποιος κοινός σύνδεσμος. Από αυτές τις οντότητες κάποια μπορεί να είναι ἀρίστη αλλά δεν μπορεί να ειπωθεί το άριστον μεταξύ ανομοίων οντοτήτων.  Άρα πρέπει να εντάξουμε πρώτα τις οντότητες σε κάποιες ομάδες, να κάνουμε δηλαδή ομώνυμα τα κλάσματα, να βρούμε κοινούς παρονομαστές. Ομοίως και το ἄρθρον, η ἄρθρωσις,  κλπ.

Αν δούμε την γλώσσα ως διανυσματικό χώρο τότε υπάρχει ένα σύνολο λεκτικών ριζών, ανεξαρτήτων μεταξύ τους, το οποίο εξοπλισμένο με εξωτερικές (κλίσεις, χρόνοι, φωνές, …) και εσωτερικές πράξεις (προθέσεις, συνθέσεις, …) δύναται να παράξει τον πολυδιάστατο γλωσσικό χώρο.

Μιλάμε δηλαδή για μια απίστευτη γλώσσα που μας έκαναν δώρο οι μοίρες και το γεγονός ότι δεν αναζητούμε την σοφία της δεν μικραίνει την γλώσσα αλλά εμάς τους ίδιους.

Αφαιρώντας όμως συντεταγμένες και πράξεις από τη γλώσσα, στην ουσία οδηγούμε σε γλωσσικό χάος ασυνδέτων και ασυσχετίστων λέξεων του γλωσσικού συστήματος συναρτήσεων, κατάσταση που τελικά θα οδηγήσει στην εκφραστική απροσδιοριστία.

Αυτά βέβαια σε εννοιολογικό επίπεδο γιατί υπάρχει και δεύτερο επίπεδο στην αναζήτηση της γλωσσικής τελειότητας που αφορά την αρμονία ήχων και ρυθμών. Θα λέγαμε σε γενικές γραμμές ότι υπάρχει η τελειότητα των στοίχων, στην οποία αναφέρθηκα παραπάνω, αλλά και αρμονική τελειότητα μελωδίας και ρυθμού στην μουσική τραγωδία που λέγεται Ελληνική γλώσσα. Ας ελπίσουμε λοιπόν σε αυτήν την τραγωδία να γίνει η αναγνώριση πριν από το τέλος της παράστασης.

Advertisements
σχόλια
  1. Ὁ/ἡ gpointofview γράφει:

    Μια έμμετρη, παράλληλη του σκεπτικού σου συνεισφορά εδώ :

    http://gpointsbreeze.blogspot.com/2010/03/blog-post_20.html

  2. Ὁ/ἡ Αγγελος γράφει:

    Στράβων, πρώτη φορά βλέπω το ιστολόγιό σου και δεν σου κρύβω ότι μου κινεί αρκετά το ενδιαφέρον. Μόνο, βρε παιδί μου, εκείνη η “Ἑλληνικῆ” γλώσσα με περισπωμένη στον τίτλο – και μάλιστα άρθρου που συνιστά να μελετούμε συνειδητά τη γλώσσα μας – βγάζει μάτι! (Επίσης, η διδασκαλία γράφεται με ί — το ξέρεις βέβαια, αλλά διόρθωσέ την άμα βρεις καιρό.)

    • Ὁ/ἡ Στράβων Αμασεύς γράφει:

      Ευχαριστώ πολύ Άγγελε, ειδικός όπως γνωρίζεις δεν είμαι, απλά καταγράφω τις σκέψεις μου πότε επιτυχημένα, πότε όχι.
      Όσο για τα όποια λάθη μου άλλα γίνονται από βιασύνη και άλλα από ασχετοσύνη, μην ξεχνάς ότι είμαι και εγώ προϊόν ενός μετρίου εκπαιδευτικού συστήματος. 🙂

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...